Philips EVNIA 34M2C6500/00 Review: Η απόλυτη QD-OLED εμπειρία χωρίς περιττά έξοδα

Add as preferred source on Google

Η αναζήτηση για την ιδανική οθόνη υπολογιστή αποτελεί συχνά έναν δαιδαλώδη λαβύρινθο τεχνικών χαρακτηριστικών, υπερβολικών υποσχέσεων του εκάστοτε τμήματος μάρκετινγκ και, τελικά, δύσκολων οικονομικών συμβιβασμών, καθώς, ως gamers και επαγγελματίες που περνάμε αμέτρητες ώρες μπροστά από ένα monitor, αναζητούμε διαρκώς την τέλεια ισορροπία μεταξύ της απόλυτης ποιότητας εικόνας και της λογικής τιμολόγησης. 

Αν και η έλευση της τεχνολογίας OLED στις οθόνες υπολογιστών έφερε μαζί της μια πρωτόγνωρη οπτική πιστότητα, το κόστος απόκτησης παρέμενε για καιρό απαγορευτικό για τον μέσο χρήστη, γεγονός που επιτρέπει στο Philips EVNIA 34M2C6500/00 να τοποθετηθεί στρατηγικά και εξαιρετικά ανταγωνιστικά στην αγορά. Πρόκειται, ουσιαστικά, για ένα ultrawide curved gaming monitor 34 ιντσών, το οποίο ενσωματώνει ένα κορυφαίο πάνελ QD-OLED, προσφέροντας ταυτόχρονα έναν εντυπωσιακό ρυθμό ανανέωσης της τάξης των 175Hz, ενώ παράλληλα επιλέγει συνειδητά να «κόψει» ορισμένες πολυτέλειες της κατηγορίας προκειμένου να διατηρήσει την τιμή του σε εξαιρετικά ελκυστικά επίπεδα. 

Μετά από αρκετές εβδομάδες καθημερινής συμβίωσης με τη συγκεκριμένη οθόνη για τις ανάγκες αυτού του review, διαπιστώσαμε με απόλυτη σαφήνεια τον τρόπο με τον οποίο η Philips κατάφερε να δημιουργήσει ένα προϊόν που εστιάζει στην απόλυτη ουσία του gaming, αφήνοντας οριστικά στην άκρη τα όποια περιττά ή καθαρά εντυπωσιακά στοιχεία.

Η φιλοσοφία σχεδιασμού και η πρώτη εντύπωση στον χώρο

Η σειρά Evnia της Philips δημιουργήθηκε αρχικά με τον ξεκάθαρο σκοπό να προσφέρει μια εναλλακτική, πιο ώριμη προσέγγιση στην αισθητική του gaming εξοπλισμού, οπότε, αφήνοντας πίσω τα επιθετικά κόκκινα χρώματα και τις υπερβολικά αιχμηρές γωνίες που συναντάμε κατά κόρον στον ανταγωνισμό, το Philips EVNIA 34M2C6500/00 υιοθετεί έναν εξαιρετικά κομψό, σχεδόν μινιμαλιστικό χαρακτήρα στην εκλεπτυσμένη απόχρωση του σκούρου σχιστόλιθου. 

Παράλληλα, η όλη διαδικασία του unboxing πραγματοποιείται μέσα από ένα απολύτως οικολογικό, λιτό καφέ κουτί, το οποίο κρύβει προσεκτικά μέσα του μια οθόνη κατασκευασμένη κατά 85% από ανακυκλωμένα πλαστικά, ενώ η συναρμολόγηση αποδεικνύεται παιχνιδάκι, καθώς δεν απαιτεί κανενός είδους εργαλείο, επιτρέποντας στο ογκώδες πάνελ να κουμπώσει με χαρακτηριστική ευκολία και μέγιστη ασφάλεια στον βραχίονα και τη στιβαρή βάση της.

Τοποθετώντας, στη συνέχεια, την οθόνη στο γραφείο, η πρώτη βασική παρατήρηση αφορά το μέγεθος και το συνολικό αποτύπωμα της βάσης, δεδομένου ότι τα πόδια της σχηματίζουν ένα αρκετά ανοιχτό «V», το οποίο με τη σειρά του απαιτεί σημαντικό βάθος στο γραφείο σας προκειμένου να φιλοξενηθεί με άνεση και να μην περιορίσει τον χώρο για το πληκτρολόγιο. Αν και η κατασκευή της βάσης βασίζεται κατά κύριο λόγο σε πλαστικά μέρη, στερώντας της ίσως την απόλυτη premium αίσθηση του βαρέος μετάλλου που συνήθως συναντάμε σε πολύ ακριβότερα, flagship μοντέλα της αγοράς, παραμένει εντούτοις εξαιρετικά σταθερή κατά τη διάρκεια της χρήσης, προσφέροντας παράλληλα αξιοσημείωτη εργονομία που επιτρέπει την ομαλή ρύθμιση του ύψους κατά 130 χιλιοστά, την περιστροφή στον οριζόντιο άξονα κατά 30 μοίρες τόσο αριστερά όσο και δεξιά, καθώς και την επιθυμητή κλίση από -5 έως +20 μοίρες. 

Επιπροσθέτως, αξίζει να αναφερθεί πως η καμπυλότητα της οθόνης ανέρχεται στο 1800R, ένας αριθμός που πρακτικά μεταφράζεται σε μια ήπια, απολύτως φυσική αγκαλιά του οπτικού σας πεδίου, η οποία αποδεικνύεται απόλυτα ιδανική για την υπερευρεία αναλογία του 21:9, χωρίς να προκαλεί στο ελάχιστο την ενοχλητική παραμόρφωση στην εικόνα που συχνά συνοδεύει τις σαφώς πιο επιθετικές και κουραστικές καμπύλες των 1000R.

Η οπτική πανδαισία του QD-OLED πάνελ

Αναμφίβολα, η πραγματική δύναμη και η ουσιαστική, ακαταμάχητη γοητεία του Philips EVNIA 34M2C6500/00 κρύβεται στο εκπληκτικό του πάνελ, αφού η προηγμένη τεχνολογία Quantum Dot OLED (QD-OLED) έρχεται να συνδυάσει αριστοτεχνικά τα απόλυτα, ασύγκριτα βαθιά μαύρα που εξ ορισμού προσφέρουν τα αυτόφωτα pixel της κλασικής τεχνολογίας OLED με την εκπληκτική μέγιστη φωτεινότητα και τον τεράστιο, εντυπωσιακό όγκο χρωμάτων που εξασφαλίζουν τα ενσωματωμένα Quantum Dots. 

Το τελικό οπτικό αποτέλεσμα, το οποίο αποδίδεται άψογα στην ευκρινέστατη ανάλυση Wide Quad HD (3440 x 1440 pixels), είναι απλώς καθηλωτικό, καθώς, με την πρώτη κιόλας ενεργοποίηση κατά τη διάρκεια των δοκιμών μας, η εικόνα ξεχώρισε αμέσως για την απίστευτη αντίθεσή της, η οποία, σύμφωνα με τις προδιαγραφές, αγγίζει τον εντυπωσιακό λόγο του 1.000.000:1.

Σε ένα αυστηρά πρακτικό επίπεδο, η συγκεκριμένη απόδοση σημαίνει πως τα χρώματα εμφανίζονται απολύτως ζωντανά, κορεσμένα και ακριβή κατευθείαν από το εργοστάσιο, εξαλείφοντας πλήρως την ανάγκη για οποιαδήποτε πολύπλοκη ή χρονοβόρα διαδικασία βαθμονόμησης εκ μέρους του τελικού χρήστη που απλώς θέλει να συνδέσει την οθόνη και να παίξει. Είτε, λοιπόν, παρακολουθείτε κινηματογραφικό περιεχόμενο υψηλής ανάλυσης γεμάτο έντονες αντιθέσεις, είτε απλώς πλοηγείστε καθημερινά στο διαδίκτυο διαβάζοντας άρθρα, η χρωματική πιστότητα παραμένει σε τόσο υψηλά και επαγγελματικά επίπεδα που εγγυάται ότι θα ικανοποιήσει στο έπακρο ακόμα και τους πιο απαιτητικούς ερασιτέχνες δημιουργούς περιεχομένου ή φωτογράφους. 

Επιπλέον, η υπερευρεία ανάλυση των 1440p σε άμεσο συνδυασμό με τη χορταστική διαγώνιο των 34 ιντσών προσφέρει μια απολύτως ιδανική και εξαιρετικά ισορροπημένη πυκνότητα pixels της τάξης των 110 PPI, γεγονός που επιτρέπει στα σύγχρονα, απαιτητικά γραφικά των παιχνιδιών να δείχνουν εξαιρετικά λεπτομερή και καθαρά, χωρίς ωστόσο να γονατίζουν υπολογιστικά την κάρτα γραφικών σας, όπως αναπόφευκτα θα συνέβαινε με την επιλογή μιας αντίστοιχης, υπερβολικά απαιτητικής οθόνης ανάλυσης 4K. 

Αξίζει, τέλος, να τονιστεί με έμφαση πως οι γωνίες θέασης παραμένουν πρακτικά αψεγάδιαστες και απολύτως σταθερές, διατηρώντας ακέραια τόσο τη μέγιστη φωτεινότητα όσο και την απόλυτη πιστότητα των χρωμάτων, ανεξάρτητα από το πλάγιο ή κάθετο σημείο από το οποίο θα επιλέξετε να κοιτάξετε το εντυπωσιακό αυτό μόνιτορ.

Ασυμβίβαστες επιδόσεις στο gaming

Όταν η συζήτηση επικεντρώνεται αποκλειστικά στον εξαιρετικά απαιτητικό τομέα του gaming, το συγκεκριμένο μόνιτορ της Philips αποδεικνύει την αδιαμφισβήτητη αξία του με τον πιο εμφατικό τρόπο, δεδομένου ότι ο ταχύτατος ρυθμός ανανέωσης των 175Hz, σε άμεση και αδιάλειπτη συνεργασία με τον ασύλληπτα χαμηλό χρόνο απόκρισης των μόλις 0.03ms (Gray-to-Gray), δημιουργούν μια συνολική εμπειρία κίνησης που ρέει κυριολεκτικά σαν νερό μπροστά στα μάτια του χρήστη. 

Δοκιμάζοντας μάλιστα γρήγορα, άκρως ανταγωνιστικά παιχνίδια πρώτου προσώπου (FPS) όπου τα αντανακλαστικά κρίνουν το αποτέλεσμα, η παντελής απουσία οποιασδήποτε ενοχλητικής θολούρας στην κίνηση είναι εντυπωσιακή, ενώ ταυτόχρονα η αυστηρή πιστοποίηση VESA ClearMR 9000 λειτουργεί ως η απόλυτη εγγύηση ότι οι γρήγορες, βίαιες εναλλαγές των καρέ απεικονίζονται με κρυστάλλινη καθαρότητα, επιτρέποντας με αυτόν τον τρόπο στους παίκτες να αντιδρούν ακαριαία στις όποιες προκλήσεις. Παράλληλα, η προηγμένη τεχνολογία Adaptive Sync, λειτουργώντας εξαιρετικά αρμονικά και σε απόλυτη συνεργασία με το ενσωματωμένο FreeSync Premium Pro, αναλαμβάνει επιτυχώς να εξαλείψει πλήρως φαινόμενα καταστροφικής οπτικής ασυνέπειας όπως το screen tearing και το stuttering, διατηρώντας έτσι την οπτική εμπειρία απόλυτα ομαλή ακόμα και στις δύσκολες περιπτώσεις όπου τα παραγόμενα καρέ ενδέχεται να πέσουν προσωρινά κάτω από το μέγιστο υποστηριζόμενο όριο της οθόνης.

Επεκτείνοντας την κριτική μας ανάλυση, διαπιστώνουμε εύκολα πως η υπερευρεία μορφή του 21:9 αποτελεί ένα τεράστιο, ουσιαστικό πλεονέκτημα για όσους επενδύουν τον χρόνο τους σε RPG, action adventures και ρεαλιστικά simulations αγώνων ή πτήσεων, αφού, ειδικά σε τίτλους open world, ο έξτρα οπτικός χώρος που προστίθεται απλόχερα στα πλαϊνά της οθόνης αυξάνει κατακόρυφα την αίσθηση της πλήρους βύθισης στον εικονικό κόσμο, ενώ ταυτόχρονα η εξαιρετικά μελετημένη, φυσική καμπύλη της οθόνης βοηθά τα μάτια να παρακολουθούν την έντονη δράση στις άκρες του πάνελ χωρίς να καταπονούνται στο ελάχιστο. 

Πρέπει ωστόσο να επισημανθεί ένα εγγενές, γνωστό μειονέκτημα της ευρύτερης κατηγορίας ultrawide, το οποίο σαφώς και δεν σχετίζεται με κάποια σχεδιαστική αστοχία της ίδιας της Philips, και αφορά άμεσα το γεγονός ότι αρκετά παιχνίδια, ακόμα και εν έτει 2024, αρνούνται πεισματικά να υποστηρίξουν σωστά την αναλογία 21:9, επιστρέφοντας αναγκαστικά και απότομα στην παραδοσιακή προβολή 16:9 κατά τη διάρκεια των προ-ηχογραφημένων κινηματογραφικών cutscenes, εμφανίζοντας με αυτόν τον τρόπο τις γνωστές μαύρες κάθετες μπάρες δεξιά και αριστερά, κάτι που, δυστυχώς, αναπόφευκτα σπάει έστω και στιγμιαία την επιθυμητή οπτική μαγεία του χρήστη.

Η εμπειρία HDR και το σύστημα Ambiglow

Προχωρώντας στην ανάλυση της απόδοσης του High Dynamic Range (HDR), αξίζει να σημειωθεί πως το Philips EVNIA 34M2C6500/00 πιστοποιείται υπερήφανα από το αυστηρό πρότυπο VESA DisplayHDR True Black 400, και παρόλο που ο αριθμός 400 ίσως φαντάζει αρχικά μικρός ή ανεπαρκής σε άμεση, επιφανειακή σύγκριση με τα εντυπωσιακά 1000 nits ορισμένων κορυφαίων Mini-LED οθονών, στην περίπτωση της αυτοφωτιζόμενης τεχνολογίας OLED η πραγματικότητα διαμορφώνεται με έναν εντελώς διαφορετικό και πολύ πιο δραματικό τρόπο. 

Συγκεκριμένα, λόγω της μοναδικής, φυσικής ικανότητας των pixel να σβήνουν εντελώς και να μην εκπέμπουν απολύτως καθόλου φως όταν απεικονίζουν σκοτάδι, παράγεται ένα τόσο απόλυτο και βαθύ μαύρο που δημιουργεί μια ασύλληπτη αντίθεση με τις φωτεινές περιοχές, με αποτέλεσμα οι φωτεινές πηγές μέσα σε μια σκοτεινή, υποβλητική σκηνή να ξεχωρίζουν με έναν σχεδόν εκτυφλωτικό και άκρως εντυπωσιακό τρόπο, προσδίδοντας έτσι στις ψηφιακές εκρήξεις, τις φλόγες και τα έντονα φώτα νέον των αγαπημένων σας παιχνιδιών μια εντυπωσιακά τρισδιάστατη, άκρως ρεαλιστική υφή, την οποία αποδεδειγμένα κανένα παραδοσιακό IPS ή VA πάνελ δεν πρόκειται ποτέ να καταφέρει να πλησιάσει ούτε στο ελάχιστο.

Επιπροσθέτως, η οπτική εμπειρία ενισχύεται δραματικά από την καινοτόμο, αποκλειστική τεχνολογία Ambiglow της ίδιας της Philips, η οποία, δίχως καμία αμφιβολία, αποτελεί ένα από τα πιο ισχυρά, ιδιαίτερα και εντυπωσιακά συγκριτικά πλεονεκτήματα του συγκεκριμένου μόνιτορ έναντι ολόκληρου του ανταγωνισμού της κατηγορίας του. Ουσιαστικά, πρόκειται για μια προσεκτικά τοποθετημένη, έξυπνη συστοιχία RGB LED στην πίσω όψη της οθόνης, η οποία, αναλύοντας διαρκώς και σε πραγματικό χρόνο το περιεχόμενο που προβάλλεται μέσω ενός εξελιγμένου, ενσωματωμένου αλγορίθμου, προβάλλει ταχύτατα τον αντίστοιχο δυναμικό φωτισμό στον τοίχο πίσω της, επιτρέποντας με αυτό το έξυπνο τρικ στην οθόνη να μοιάζει οπτικά πολύ μεγαλύτερη από τις πραγματικές 34 ίντσες της, καθώς το χρώμα του παιχνιδιού διαχέεται αρμονικά και μαλακά στον περιβάλλοντα χώρο του δωματίου. 

Πέρα από το αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι αυξάνει κατακόρυφα την ατμόσφαιρα κατά τη διάρκεια έντονων gaming sessions ή της παρακολούθησης κινηματογραφικών ταινιών, η συγκεκριμένη λειτουργία συμβάλλει καθοριστικά και στη δραστική μείωση της συνολικής καταπόνησης των ματιών σε σκοτεινά δωμάτια, ενώ, παράλληλα, το πλήρες μενού της οθόνης προσφέρει διάφορες ενδιαφέρουσες εναλλακτικές επιλογές παραμετροποίησης, όπως το σταθερό Color Wave ή το αναπνέον Color Breathing, αν και είναι κοινώς αποδεκτό από όσους το έχουν δοκιμάσει πως η απόλυτα συγχρονισμένη λειτουργία με την εικόνα ή τον ήχο της εκάστοτε πηγής είναι αυτή που τελικά κλέβει δικαιωματικά την παράσταση.

Συνδεσιμότητα: Εκεί που έγιναν οι συμβιβασμοί

Όπως είναι απολύτως φυσιολογικό και τεχνολογικά αναμενόμενο για κάθε προϊόν που επιλέγει να ακολουθήσει μια εξαιρετικά επιθετική και φιλική προς τον καταναλωτή τιμολογιακή πολιτική, υπάρχουν πάντα ορισμένοι υποχρεωτικοί συμβιβασμοί στον βωμό του κόστους, οι οποίοι στην περίπτωση του Philips EVNIA 34M2C6500/00 εντοπίζονται ξεκάθαρα, αποκλειστικά και μόνο, στον κατά τα άλλα κρίσιμο τομέα της συνδεσιμότητας

Δεδομένου ότι το συγκεκριμένο μοντέλο σχεδιάστηκε σκόπιμα από την εταιρεία για να αποτελέσει τη φθηνότερη, πιο προσιτή και εστιασμένη αποκλειστικά στο gaming εναλλακτική του αισθητά ακριβότερου αδερφού του (του 34M2C8600), η Philips έλαβε τη συνειδητή απόφαση να αφαιρέσει τη χρησιμότατη θύρα USB-C με την υποστήριξη Power Delivery, η οποία ιδανικά θα επέτρεπε την ταυτόχρονη φόρτιση, μεταφορά δεδομένων και προβολή ενός laptop με τη χρήση ενός και μόνο καλωδίου, καθώς και τον πρακτικότατο ενσωματωμένο διακόπτη KVM, στερόντας έτσι από το μόνιτορ δύο εξαιρετικές λειτουργίες που θεωρούνται πλέον σχεδόν απαραίτητες για όσους σύγχρονους επαγγελματίες συνδυάζουν καθημερινά την απαιτητική τηλεργασία με το hardcore gaming στο ίδιο ακριβώς γραφειακό setup.

Εντούτοις, το πιο σημαντικό και πρακτικό μειονέκτημα, το οποίο χρήζει ιδιαίτερης προσοχής πριν την αγορά, αφορά άμεσα τις διαθέσιμες θύρες εικόνας, αφού η οθόνη διαθέτει μεν μια θύρα DisplayPort 1.4, η οποία αναλαμβάνει απροβλημάτιστα να ξεκλειδώσει πλήρως την εγγενή ανάλυση των 3440x1440p στα 175Hz, αλλά, δυστυχώς, συνοδεύεται από δύο θύρες HDMI σαφώς παλαιότερης γενιάς, και πιο συγκεκριμένα της έκδοσης 2.0. Αυτή η κατασκευαστική επιλογή σημαίνει πρακτικά ότι, στην περίπτωση που αποφασίσετε να συνδέσετε τον ισχυρό υπολογιστή σας μέσω της θύρας HDMI αντί του DisplayPort, η μέγιστη εφικτή συχνότητα ανανέωσης στην εγγενή ultrawide ανάλυση θα περιοριστεί στα 100Hz εξαιτίας της προφανούς έλλειψης του απαραίτητου bandwidth που απαιτείται, καθιστώντας επομένως την αποκλειστική χρήση του ήδη παρεχόμενου καλωδίου DisplayPort απολύτως υποχρεωτική, προκειμένου να είστε σε θέση να απολαύσετε απρόσκοπτα τις πλήρεις, ασυμβίβαστες δυνατότητες του QD-OLED πάνελ. 

Καθημερινή χρήση

Η καθημερινή, πολύωρη και μακροχρόνια συμβίωση με ένα υπερσύγχρονο QD-OLED μόνιτορ, πέρα από τα στενά, ψυχαγωγικά όρια του gaming, εγείρει πάντα απολύτως λογικές συζητήσεις, ερωτήματα και έντονες ανησυχίες στους καταναλωτές γύρω από την ακριβή απόδοση του απλού κειμένου και τον διαρκή, ενοχλητικό φόβο της πιθανής εμφάνισης του περιβόητου burn-in. Ειδικότερα, λόγω της συγκεκριμένης, κάπως ανορθόδοξης τριγωνικής διάταξης των subpixels που αναπόφευκτα χρησιμοποιούν μέχρι και σήμερα τα πάνελ τεχνολογίας QD-OLED, η τελική, οπτική απόδοση του κειμένου στο ψηφιακό περιβάλλον του Windows δεν είναι τόσο κρυστάλλινη και απόλυτα ευκρινής όσο θα περίμενε κανείς έχοντας συνηθίσει σε ένα παραδοσιακό, ποιοτικό IPS ή VA πάνελ, καθώς παρατηρείται συχνά ένα ανεπαίσθητο, λεπτό χρωματικό περίγραμμα γύρω από τα γράμματα, το οποίο γίνεται ιδιαίτερα και άμεσα αντιληπτό στην περίπτωση που προβάλλεται αυστηρά μαύρο κείμενο πάνω σε ένα απόλυτα λευκό, φωτεινό φόντο. 

Παρόλο που για τον μέσο, καθημερινό χρήστη, ο οποίος συνηθίζει απλώς να συνδυάζει λίγες ώρες gaming, χαλαρή περιήγηση στο διαδίκτυο και απλή παρακολούθηση βίντεο στο YouTube, αυτό το συγκεκριμένο φαινόμενο θεωρείται πρακτικά σχεδόν αμελητέο και συνηθίζεται εξαιρετικά γρήγορα από τον εγκέφαλο, είναι εξίσου σημαντικό και απολύτως δίκαιο να επισημανθεί πως, για έναν επαγγελματία προγραμματιστή, έναν αναλυτή δεδομένων ή έναν δημοσιογράφο που περνάει περισσότερες από οκτώ ώρες την ημέρα διαβάζοντας και γράφοντας, η συγκεκριμένη ιδιαιτερότητα του πάνελ ίσως προκαλέσει μια ελαφριά, αλλά υπαρκτή κόπωση στα μάτια σε μεγάλο βάθος χρόνου.

Όσον αφορά τώρα το διαρκές και εξαιρετικά κρίσιμο ζήτημα της μακροζωίας και της αντοχής του πάνελ στον χρόνο, αξίζει να τονιστεί πως η Philips έχει φροντίσει να ενσωματώσει εξαιρετικά έξυπνες, αυτοματοποιημένες και ισχυρές λειτουργίες προληπτικής συντήρησης, ομαδοποιημένες κάτω από τη σουίτα ονομασίας OLED Care, οι οποίες στοχεύουν αποκλειστικά στην οριστική αποτροπή του καταστροφικού burn-in, δηλαδή της ανεπιθύμητης μόνιμης αποτύπωσης στατικών εικόνων (όπως το taskbar των Windows ή τα HUDs των παιχνιδιών) στην επιφάνεια της οθόνης. 

Πιο συγκεκριμένα, το ενσωματωμένο σύστημα αναλαμβάνει να εκτελεί εντελώς διακριτικά, στο παρασκήνιο και χωρίς να ενοχλεί τον χρήστη, κρίσιμες λειτουργίες ελαφριάς, αδιόρατης μετατόπισης των pixel (pixel shift), ενώ ταυτόχρονα υπενθυμίζει τακτικά και ευγενικά στον χρήστη την απόλυτη αναγκαιότητα να επιτρέψει την εκτέλεση του πλήρους κύκλου ανανέωσης των pixel αμέσως μετά από μια εκτεταμένη, πολύωρη χρήση της οθόνης. Πρόκειται στην ουσία για μια εντελώς αυτοματοποιημένη και ανώδυνη διαδικασία που διαρκεί μόλις λίγα λεπτά της ώρας, εξασφαλίζοντας ωστόσο με αυτόν τον τρόπο την απόλυτη χρωματική και φωτεινή ομοιομορφία του πάνελ μακροπρόθεσμα, ενώ η συνολική πλοήγηση στο κεντρικό μενού OSD (On-Screen Display) για την άμεση πρόσβαση σε αυτές και σε άλλες κρίσιμες ρυθμίσεις πραγματοποιείται με χαρακτηριστική ευκολία μέσω ενός εξαιρετικά πρακτικού joystick που βρίσκεται έξυπνα κρυμμένο στο πίσω δεξί μέρος της οθόνης. Το συγκεκριμένο χειριστήριο, αν και ίσως αρχικά απαιτεί λίγο χρόνο εξοικείωσης όσον αφορά την κατεύθυνση των κινήσεων, αποκαλύπτει πολύ γρήγορα μια απολύτως λογική και καλοσχεδιασμένη δομή μενού, παρέχοντας έτσι γρήγορη, απρόσκοπτη πρόσβαση στα προκαθορισμένα χρωματικά προφίλ SmartImage, στην πλήρη ρύθμιση του περιμετρικού φωτισμού Ambiglow, καθώς και στο χρησιμότατο εργαλείο MultiView (PiP/PbP) το οποίο προσφέρεται για την ταυτόχρονη, διαχωρισμένη προβολή περιεχομένου από δύο εντελώς διαφορετικές πηγές εικόνας.

Επίλογος

Διαπιστώνουμε με απόλυτη βεβαιότητα πως το Philips EVNIA 34M2C6500/00 αντιπροσωπεύει μια στρατηγικά μελετημένη, εξαιρετικά τολμηρή και άκρως ελκυστική πρόταση στη διαρκώς αναπτυσσόμενη αγορά των high-end gaming monitors, καταφέρνοντας μοναδικά, μέσω της προσφοράς μιας εξαιρετικά ανταγωνιστικής τιμής που κυμαίνεται κοντά στο ψυχολογικό όριο των 700 ευρώ, να κάνει την κορυφαία τεχνολογία QD-OLED πολύ πιο προσιτή στο ευρύ καταναλωτικό κοινό. Το επίτευγμα αυτό γίνεται ακόμα πιο εντυπωσιακό και άξιο αναφοράς ειδικά αν αναλογιστούμε σοβαρά πως διάφορα, άμεσα ανταγωνιστικά μοντέλα της αγοράς, τα οποία τυγχάνει να εξοπλίζονται εσωτερικά με το ίδιο ακριβώς ποιοτικό πάνελ κατασκευής της Samsung, κυκλοφορούν αυτή τη στιγμή στα ράφια των καταστημάτων με σημαντικά, συχνά αδικαιολόγητα υψηλότερο κόστος, απλώς και μόνο επειδή οι εκάστοτε κατασκευαστές τους έχουν επιλέξει να περιλαμβάνουν στην κατασκευή κάπως καλύτερες, αλλά όχι πάντα απολύτως απαραίτητες για όλους τους χρήστες, επιλογές συνδεσιμότητας.

Κατά συνέπεια, εάν η σαφής, συνειδητή απουσία της βολικής θύρας USB-C και η παντελής έλλειψη του ενσωματωμένου διακόπτη KVM δεν σας απασχολούν στο ελάχιστο κατά την καθημερινή ροή εργασίας σας, και εφόσον, φυσικά, είστε απολύτως διατεθειμένοι να συνδέσετε τον υπολογιστή σας αποκλειστικά και μόνο μέσω της ανώτερης, παρεχόμενης θύρας DisplayPort προκειμένου να αποφύγετε τον αχρείαστο περιορισμό του παρωχημένου HDMI 2.0, τότε το EVNIA 34M2C6500/00 αποτελεί μια εξαιρετική περίπτωση για την οποία δεν θα μετανιώσετε. 

Μέσα από αυτή την επιλογή, λαμβάνετε πρακτικά και ουσιαστικά την ίδια ακριβώς ασύλληπτη ποιότητα εικόνας, τα ατελείωτα επίπεδα απόλυτου μαύρου, τα εκρηκτικά και απόλυτα ζωντανά χρώματα που εγγυάται το πρότυπο HDR True Black 400 και τη βουτυρένια ομαλότητα κίνησης των 175Hz που μέχρι πρότινος, και για αρκετό καιρό, προσέφεραν αποκλειστικά και μόνο οθόνες που κόστιζαν αρκετά περισσότερο.

Τέλος, να αναφέρουμε ότι η Philips προσφέρει εγγύηση τριών ως δίχτυ ασφαλείας απέναντι στους συχνά δικαιολογημένους φόβους που συνοδεύουν τη μακροζωία της τεχνολογίας OLED.

Loading