Σύνοψη
- Εφαρμογή αυστηρής μεταγονιδιωματικής αλληλούχισης νέας γενιάς, χωρίς τη χρήση PCR, στα επίσημα δείγματα που συλλέχθηκαν από την Ιερά Σινδόνη το 1978.
- Εντοπίστηκε πολλαπλό ανθρώπινο μιτοχονδριακό DNA, πλαισιωμένο από ένα εξαιρετικά ποικιλόμορφο μικροβίωμα βακτηρίων, μυκήτων και αλόφιλων μικροοργανισμών.
- Η έρευνα ταυτοποίησε γενετικό υλικό από καλλιεργήσιμα φυτά (σιτάρι, καλαμπόκι, μπανάνα), οικόσιτα ζώα, καθώς και κόκκινο κοράλλι της Μεσογείου, υποδεικνύοντας τις εκτεταμένες γεωγραφικές μετακινήσεις του κειμηλίου.
- Η μελέτη δεν επιχειρεί να ταυτοποιήσει την ηλικία ή την αυθεντικότητα του υφάσματος, αλλά αποδεικνύει τις δυνατότητες της σύγχρονης εγκληματολογικής γονιδιωματικής στην ανάλυση ιστορικών αντικειμένων.
Η επιστημονική κοινότητα διαθέτει πλέον στα χέρια της την πιο ολοκληρωμένη βιολογική και περιβαλλοντική καταγραφή ενός εκ των πλέον αναλυμένων ιστορικών αντικειμένων παγκοσμίως.
Σύμφωνα με νέα έρευνα, η εφαρμογή τεχνολογιών αλληλούχισης DNA αιχμής μετατρέπει την Ιερά Σινδόνη σε ένα εκτεταμένο αρχείο γενετικών πληροφοριών. Το συγκεκριμένο υφασμάτινο κειμήλιο λειτουργεί επί της ουσίας ως ένας παθητικός περιβαλλοντικός καταγραφέας, έχοντας συγκεντρώσει στο πέρασμα των αιώνων ίχνη από κάθε μικροοργανισμό, άνθρωπο, ζώο ή φυτό με το οποίο ήρθε σε άμεση ή έμμεση επαφή.
Ποια είναι τα νέα ευρήματα από την ανάλυση DNA της Ιεράς Σινδόνης;
Η εφαρμογή αλληλούχισης DNA νέας γενιάς στα επίσημα δείγματα του 1978 αποκάλυψε πολλαπλές ανθρώπινες μιτοχονδριακές γενεαλογίες, πλαισιωμένες από γενετικό υλικό μυκήτων, αλόφιλων βακτηρίων, καλλιεργήσιμων φυτών (όπως σιτάρι και καλαμπόκι), οικόσιτων ζώων, ακόμα και μεσογειακού κόκκινου κοραλλιού. Τα ευρήματα τεκμηριώνουν το γεωγραφικό ταξίδι και την εκτεταμένη περιβαλλοντική έκθεση του κειμηλίου.
Το σημαντικότερο τεχνολογικό στοιχείο της συγκεκριμένης δημοσίευσης εντοπίζεται αποκλειστικά στη μεθοδολογία. Η διεθνής ερευνητική ομάδα προχώρησε στη χρήση αυστηρής μεταγονιδιωματικής αλληλούχισης νέας γενιάς, παρακάμπτοντας εντελώς την αλυσιδωτή αντίδραση πολυμεράσης (PCR-free next-generation metagenomic sequencing). Η συγκεκριμένη επιλογή κρίνεται υψίστης σημασίας για την εγκυρότητα των αποτελεσμάτων. Η παραδοσιακή χρήση της τεχνικής PCR, αν και απαραίτητη για την ενίσχυση ελάχιστων ποσοτήτων DNA, συχνά εισάγει σημαντικές αποκλίσεις, ευνοώντας την καταγραφή συγκεκριμένων αλληλουχιών εις βάρος άλλων, δημιουργώντας έτσι μια παραμορφωμένη εικόνα του συνολικού μικροβιώματος.
Εφαρμόζοντας τεχνικές PCR-free στα ιστορικά δείγματα τα οποία ελήφθησαν το 1978, οι επιστήμονες κατάφεραν να χαρτογραφήσουν με πρωτοφανή ακρίβεια την καθαρή βιολογική υπογραφή του υφάσματος. Οι ίνες του λιναριού αναλύθηκαν εις βάθος, φέρνοντας στην επιφάνεια ένα τεράστιο φάσμα υπολειμμάτων που διατηρήθηκαν μέσω της φυσικής ενσωμάτωσης της υγρασίας, των μικροσωματιδίων και των οργανικών ουσιών πάνω στην επιφάνεια του υλικού. Η διαδικασία αυτή ανέδειξε τη δυναμική εξέλιξη της σύγχρονης πρωτεομικής και γονιδιωματικής επιστήμης, η οποία πλέον δεν εξαρτάται από μακροχρονιες και καταστροφικές χημικές αναλύσεις, αλλά μπορεί να εξάγει τεράστιο όγκο δεδομένων από ίχνη υποβαθμισμένου γενετικού υλικού.
Τι αποκαλύπτει η παρουσία φυτικού και ζωικού γενετικού υλικού;
Η καταγραφή της βιοποικιλότητας πάνω στο ύφασμα παρουσιάζει εξαιρετικό ενδιαφέρον, καθώς λειτουργεί ως ένας γεωγραφικός και ιστορικός δείκτης. Η επιστημονική ανάλυση εντόπισε γενετικό υλικό από φυτά όπως το καλλιεργήσιμο σιτάρι, τα καρότα, το καλαμπόκι, οι μπανάνες και τα φιστίκια. Η παρουσία ορισμένων εκ των παραπάνω ειδών υποδηλώνει ξεκάθαρα την έκθεση του κειμηλίου σε διαφορετικές ηπείρους ή την επαφή του με ανθρώπους που έφεραν αυτά τα ίχνη μέσω του παγκόσμιου εμπορίου, ειδικά εάν αναλογιστούμε πως ορισμένα φυτά προέρχονται από την αμερικανική ή την ασιατική ήπειρο.
Παράλληλα, τα ζωικά ίχνη περιλαμβάνουν γενετικό υλικό από βοοειδή, χοίρους, κότες, σκύλους και γάτες. Τα στοιχεία αυτά υπογραμμίζουν πως η Ιερά Σινδόνη, κατά τη διάρκεια των περασμένων αιώνων, δεν βρισκόταν μονίμως σε αποστειρωμένα περιβάλλοντα ή ερμητικά κλειστές λειψανοθήκες, αλλά αποθηκεύτηκε, μεταφέρθηκε και εκτέθηκε σε χώρους με έντονη αγροτική ή οικιακή δραστηριότητα. Ένα από τα πλέον αξιοσημείωτα ευρήματα αποτελεί η ανίχνευση ιχνών από μεσογειακό κόκκινο κοράλλι, το οποίο προσθέτει μια ακόμα ψηφίδα στον χάρτη της διαδρομής του υφάσματος μέσα στη λεκάνη της Μεσογείου.
Αξιοσημείωτη είναι επίσης η ανίχνευση αλόφιλων μικροοργανισμών (archaea), δηλαδή μορφών ζωής που ευδοκιμούν αποκλειστικά σε περιβάλλοντα με εξαιρετικά υψηλή συγκέντρωση άλατος, στοιχείο που υποδεικνύει συγκεκριμένες και ίσως ακραίες συνθήκες αποθήκευσης σε κάποια φάση της ιστορίας του αντικειμένου.
Τα όρια της σύγχρονης εγκληματολογικής Γενετικής στην Αρχαιολογία
Η Καθηγήτρια Noemi Procopio διασαφηνίζει μέσω της έρευνας ένα κρίσιμο επιστημονικό όριο σχετικά με τη συγκεκριμένη ανακάλυψη. Ο τεράστιος όγκος γενετικών πληροφοριών που έχει επικαθίσει στο ύφασμα από τους ανθρώπους που το άγγιξαν, το μετέφεραν και το μελέτησαν καθιστά επιστημονικά αδύνατη την απομόνωση του οποιουδήποτε «αρχικού» DNA μπορεί να υπήρχε κατά τη δημιουργία του αντικειμένου. Συνεπώς, η έρευνα δεν λαμβάνει θέση, ούτε μπορεί να προσφέρει δεδομένα, σχετικά με την αυθεντικότητα ή την ακριβή ηλικία της Σινδόνης.
Η πραγματική αξία της ανακάλυψης βρίσκεται στην απόδειξη του τι μπορεί να επιτύχει πλέον η επιστήμη στον τομέα της συντήρησης και ανάλυσης ιστορικών τεχνουργημάτων. Η εγκληματολογική ανάλυση DNA εφαρμόζεται πλέον όχι μόνο σε βιολογικούς οργανισμούς, αλλά και σε άψυχα αντικείμενα πολιτιστικής κληρονομιάς, προσφέροντας γνώσεις για τη βιολογική τους ιστορία χωρίς να διακυβεύεται η φυσική τους ακεραιότητα. Η ικανότητα των συστημάτων αλληλούχισης επόμενης γενιάς να διαχωρίζουν τον εκτεταμένο «θόρυβο» (μικροβιακή μόλυνση, μύκητες) από τα ωφέλιμα δεδομένα μεταβάλλει άρδην τον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζουμε τα εκθέματα μουσείων και τους αρχαιολογικούς χώρους.
Η σημασία των μεθοδολογιών αυτών για την ελληνική πραγματικότητα
Μεταφέροντας την τεχνογνωσία αυτή στα ελληνικά δεδομένα, η δυνητική εφαρμογή των PCR-free metagenomic εργαλείων ανοίγει τεράστιους δρόμους για την εγχώρια επιστημονική κοινότητα. Η Ελλάδα διαθέτει έναν ανυπολόγιστο πλούτο βυζαντινών κειμηλίων, εκκλησιαστικών υφασμάτων (όπως επιτάφιοι αιώνων), αρχαιολογικών ενδυμάτων και ιστορικών εγγράφων τα οποία φυλάσσονται σε ιδρύματα, μουσεία και μονές (όπως η μοναστική πολιτεία του Αγίου Όρους).
Η δυνατότητα χαρτογράφησης της περιβαλλοντικής ιστορίας αυτών των αντικειμένων, η αναγνώριση των διαδρομών τους μέσα από γενετικά αποτυπώματα τοπικών φυτών και μικροβίων, καθώς και η επιλογή των ιδανικών συνθηκών συντήρησης με βάση τους μικροοργανισμούς που ήδη φιλοξενούν, καθιστά αυτή την τεχνολογία πολύτιμο εργαλείο στα χέρια των Ελλήνων συντηρητών αρχαιοτήτων. Ειδικά για κειμήλια που αποτελούν πόλο έλξης μεγάλου αριθμού επισκεπτών, η ανάλυση του μικροβιώματος μπορεί να προλάβει μελλοντικές φθορές στο υλικό τους.