Κλείσαμε την τρύπα του όζοντος, αλλά γεμίσαμε τον πλανήτη με 335.000 τόνους «παντοτινών χημικών»...

Μια νέα μελέτη έρχεται να αναδείξει μια ανησυχητική, αθέατη πτυχή της σύγχρονης περιβαλλοντικής πολιτικής, αποκαλύπτοντας πως οι χημικές ουσίες που υιοθετήθηκαν παγκοσμίως για τη διάσωση της στιβάδας του όζοντος ευθύνονται πλέον για μια τεράστια και διαρκώς αυξανόμενη ρύπανση.

Σύμφωνα με την έρευνα, τα υποκατάστατα των χλωροφθορανθράκων (CFCs) μετατρέπονται στην ατμόσφαιρα σε τριφθοροξικό οξύ (TFA), ένα εξαιρετικά ανθεκτικό «παντοτινό χημικό» (forever chemical) που συσσωρεύεται αθόρυβα στο περιβάλλον μας.

Η αόρατη κληρονομιά του Πρωτοκόλλου του Μόντρεαλ

Η ιστορία ξεκινά με μια από τις μεγαλύτερες περιβαλλοντικές επιτυχίες του 20ού αιώνα. Το Πρωτόκολλο του Μόντρεαλ, η διεθνής συνθήκη που απαγόρευσε τα CFCs, πιστώνεται δικαίως τη σταδιακή επούλωση της τρύπας του όζοντος. Ωστόσο, οι βιομηχανίες στράφηκαν σε εναλλακτικές λύσεις, όπως τους υδροφθοράνθρακες (HFCs) και τα υδροφθοριο-ολεφίνες (HFOs), για χρήση σε ψυκτικά μηχανήματα, κλιματιστικά και σπρέι.

Ενώ αυτές οι ουσίες είναι φιλικές προς το όζον, η νέα μελέτη από το Πανεπιστήμιο του Lancaster, σε συνεργασία με ερευνητές από το CNRS και άλλους διεθνείς φορείς, αποκαλύπτει το κρυφό τους κόστος. Όταν απελευθερώνονται στην ατμόσφαιρα, διασπώνται και σχηματίζουν TFA, το οποίο στη συνέχεια επιστρέφει στην επιφάνεια της Γης μέσω της βροχής.

Οι αριθμοί είναι αποκαλυπτικοί. Η ερευνητική ομάδα υπολόγισε ότι μεταξύ του 2000 και του 2022, τα υποκατάστατα των CFCs και ορισμένα αναισθητικά αέρια ευθύνονται για την απόθεση περίπου 335.500 τόνων TFA παγκοσμίως. Πρόκειται για μια ποσότητα που δεν μπορεί να αγνοηθεί, ειδικά αν αναλογιστούμε την ανθεκτικότητα της ουσίας.

Τι είναι το TFA και γιατί μας ανησυχεί;

Το τριφθοροξικό οξύ ανήκει στην ευρύτερη οικογένεια των PFAS, γνωστών και ως «παντοτινά χημικά». Το προσωνύμιο αυτό δεν είναι τυχαίο: οι δεσμοί άνθρακα-φθορίου που περιέχουν είναι τόσο ισχυροί που δεν διασπώνται σχεδόν ποτέ με φυσικές διαδικασίες. Αποτέλεσμα; Το TFA συσσωρεύεται στο νερό, στο έδαφος και στους πάγους, όπου παραμένει επ’ αόριστον.

Ιδιαίτερη εντύπωση προκαλεί το εύρημα της μελέτης για την Αρκτική. Σε μια περιοχή μακριά από βιομηχανικές πηγές, εντοπίστηκαν υψηλά επίπεδα TFA, με το μοντέλο των ερευνητών να αποδεικνύει ότι σχεδόν όλη η ποσότητα προέρχεται από την ατμοσφαιρική διάσπαση των συγκεκριμένων ψυκτικών αερίων. Τα αέρια αυτά έχουν μεγάλη διάρκεια ζωής στην ατμόσφαιρα, γεγονός που τους επιτρέπει να ταξιδεύουν σε απομακρυσμένες περιοχές πριν μετατραπούν σε ρύπους και πέσουν με τη βροχή ή το χιόνι.

Μια καμπύλη που συνεχίζει να ανεβαίνει

Το πιο ανησυχητικό στοιχείο της έρευνας δεν είναι το τι έχει ήδη συμβεί, αλλά το τι έπεται. Παρόλο που υπάρχουν προσπάθειες για τη σταδιακή μείωση ορισμένων HFCs λόγω της συμβολής τους στο φαινόμενο του θερμοκηπίου, η παραγωγή TFA από αυτές τις πηγές δεν έχει φτάσει ακόμη στην κορύφωσή της.

Οι επιστήμονες εκτιμούν ότι η ετήσια επιβάρυνση του περιβάλλοντος με TFA από τα τρέχοντα υποκατάστατα θα συνεχίσει να αυξάνεται, φτάνοντας στο μέγιστο επίπεδο κάπου μεταξύ του 2025 και του 2100. Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και αν σταματούσαμε σήμερα τη χρήση τους, η «χημική βροχή» θα συνεχιζόταν για δεκαετίες, καθώς τα αέρια που βρίσκονται ήδη στην ατμόσφαιρα θα συνέχιζαν να διασπώνται αργά.

Η Lucy Hart, επικεφαλής της μελέτης και ερευνήτρια στο Πανεπιστήμιο του Lancaster, τονίζει πως τα ευρήματα παρέχουν την πρώτη οριστική απόδειξη ότι τα υποκατάστατα των CFCs είναι η κυρίαρχη πηγή αυτής της ρύπανσης σε παγκόσμιο επίπεδο. Η αύξηση των επιπέδων TFA είναι ραγδαία και, όπως επισημαίνουν οι ειδικοί, η κατανόηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων πρέπει να αποτελέσει άμεση προτεραιότητα.

Η ανάγκη για νέα στρατηγική

Το παράδοξο είναι προφανές: Λύνοντας ένα πρόβλημα (τρύπα του όζοντος), δημιουργήσαμε άθελά μας ένα άλλο (ρύπανση με PFAS). Αν και το TFA θεωρείται λιγότερο τοξικό από άλλα μέλη της οικογένειας των PFAS, η μαζική και ανεξέλεγκτη συσσώρευσή του στους υδάτινους πόρους εγείρει σοβαρά ερωτήματα για τη μακροπρόθεσμη ασφάλεια των οικοσυστημάτων και του πόσιμου νερού.

Η επιστημονική κοινότητα κρούει τον κώδωνα του κινδύνου, ζητώντας αυστηρότερη παρακολούθηση και πιθανή αναθεώρηση των κανονισμών που διέπουν τα φθοριούχα αέρια. Το μάθημα από αυτή την ιστορία είναι σαφές: Οι περιβαλλοντικές παρεμβάσεις απαιτούν ολιστική προσέγγιση, ώστε η θεραπεία να μην αποδεικνύεται, μακροπρόθεσμα, εξίσου προβληματική με την ασθένεια.

Loading