Marathon Review: Ένα πανέμορφο, αγχωτικό και αμείλικτο μάθημα επιβίωσης

Add as preferred source on Google

Μετά από αμέτρητες ώρες γεμάτες ένταση και μερικές από τις πιο εκνευριστικές αλλά και απολαυστικές στιγμές που έχω ζήσει τελευταία σε κονσόλα, ήρθε η ώρα να μιλήσουμε ανοιχτά για το Marathon της Bungie. Η αλήθεια είναι ότι η ανακοίνωση της επιστροφής αυτού του ιστορικού ονόματος ως PvPvE extraction shooter είχε προκαλέσει αρκετό σκεπτικισμό, καθώς όλοι αναρωτιόμασταν αν η Bungie μπορεί να ξεφύγει από τη σκιά των προηγούμενων επιτυχιών της και να παραδώσει κάτι πραγματικά φρέσκο. 

Έχοντας πλέον στα χέρια μας και τη Season 2 για τις ανάγκες αυτού του review, η οποία ήρθε να διορθώσει αρκετά πράγματα αλλά και να προσθέσει νέο περιεχόμενο, η εικόνα είναι ξεκάθαρη. Το παιχνίδι δεν προσπαθεί να γίνει αρεστό σε όλους και αυτό είναι ίσως το μεγαλύτερο πλεονέκτημα αλλά και το πιο σημαντικό μειονέκτημά του.

Η πρώτη επαφή με τον εχθρικό πλανήτη Tau Ceti IV είναι ένα οπτικό σοκ με την καλύτερη δυνατή έννοια. Η Bungie επέλεξε μια αισθητική κατεύθυνση που ξεφεύγει από τη μουντάδα των συνηθισμένων post-apocalyptic παιχνιδιών. Τα έντονα, σχεδόν φωσφορίζοντα neon χρώματα έρχονται σε πλήρη αντίθεση με τη σκοτεινή, παρακμιακή ατμόσφαιρα της αποικίας. Στο PS5 το οπτικό αποτέλεσμα είναι εξαιρετικά καθαρό, με το frame rate να μένει καρφωμένο εκεί που πρέπει, κάτι που είναι ζήτημα ζωής και θανάτου όταν οι σφαίρες αρχίζουν να πέφτουν βροχή. Η χρήση του DualSense είναι επίσης υποδειγματική, καθώς νιώθεις την αντίσταση της σκανδάλης σε κάθε διαφορετικό όπλο, ενώ οι δονήσεις μεταφέρουν με ακρίβεια την αίσθηση του εδάφους ή την έκρηξη μιας χειροβομβίδας δίπλα σου.

Εκεί όμως που το παιχνίδι δείχνει τα δόντια του είναι στο gameplay και συγκεκριμένα στην αίσθηση των όπλων. Αν υπάρχει κάτι που η Bungie γνωρίζει να κάνει καλύτερα από τον καθένα, αυτό είναι το gunplay. Κάθε ανταλλαγή πυρών είναι μια δοκιμασία δεξιοτεχνίας και ψυχραιμίας, διότι τα όπλα έχουν βάρος, η ανάκρουση απαιτεί εκμάθηση και η απόκριση των χειριστηρίων είναι ακαριαία. Η ένταση κατά τη διάρκεια της εξερεύνησης είναι συνεχής, καθώς ο ήχος παίζει καθοριστικό ρόλο στην επιβίωση. Το να ακούσεις τα βήματα μιας αντίπαλης ομάδας που πλησιάζει ή τον ήχο μιας πόρτας που ανοίγει στο βάθος του διαδρόμου μπορεί να είναι η διαφορά ανάμεσα σε μια επιτυχημένη διαφυγή και στην ολοκληρωτική απώλεια του εξοπλισμού σου.

Οι χαρακτήρες που ελέγχουμε, τα biosynthetic shells, προσφέρουν εξαιρετικό βάθος και επιτρέπουν τη δημιουργία διαφορετικών τακτικών. Ο Destroyer είναι η προφανής επιλογή για όσους θέλουν να μπαίνουν μπροστά στη μάχη με την προσωπική του ασπίδα, ενώ ο Vandal προσφέρει απίστευτη ευελιξία με το διπλό του άλμα και το Disrupt Cannon. Για τους παίκτες που προτιμούν την πληροφορία και την υποστήριξη, ο Recon με τα drones εντοπισμού και ο Triage ως κλασικός field medic είναι απαραίτητοι σε κάθε οργανωμένη ομάδα. Προσωπικά, βρήκα εξαιρετικό ενδιαφέρον στον Assassin, καθώς η δυνατότητα να γίνεσαι προσωρινά αόρατος προσφέρει μοναδικές ευκαιρίες για αιφνιδιασμούς ή για γρήγορη υποχώρηση όταν τα πράγματα ζορίζουν.

Η μεγαλύτερη έκπληξη και ίσως η πιο έξυπνη ιδέα της Bungie είναι το Rook frame. Για εμάς που παίζουμε συχνά μόνοι μας, χωρίς προκαθορισμένη παρέα, το να μπαίνεις σε μια ήδη ενεργή μάχη ως Rook είναι μια απελευθερωτική εμπειρία. Ξεκινάς χωρίς καθόλου εξοπλισμό, πράγμα που σημαίνει ότι δεν ρισκάρεις απολύτως τίποτα, και προσπαθείς να μαζέψεις ό,τι salvage βρεις στις άκρες του χάρτη, αποφεύγοντας τις ευθείες αναμετρήσεις. Είναι ένας εξαιρετικός τρόπος για να ξαναχτίσεις το inventory σου μετά από μια σειρά από καταστροφικές ήττες, χωρίς να νιώθεις την πίεση ότι θα χάσεις τα καλύτερά σου όπλα.

Φυσικά, το Marathon δεν είναι ιδανικό και οι αστοχίες του είναι αρκετά εμφανείς για να τις προσπεράσουμε. Το μεγαλύτερο πρόβλημα εστιάζεται στο brutal onboarding και στο matchmaking. Αν αποφασίσεις να παίξεις σόλο εκτός του Rook mode ή των αποκλειστικών solo lobbies, το παιχνίδι σε ρίχνει στα βαθιά χωρίς σωσίβιο. Η αναμέτρηση με οργανωμένες τριάδες που επικοινωνούν με εξωτερική φωνητική συνομιλία και διαθέτουν κορυφαίο εξοπλισμό καταλήγει συχνά σε μια απογοητευτική σφαγή. Η απώλεια όλων των αντικειμένων που κουβαλάς πονάει πολύ, και το παιχνίδι δεν κάνει τίποτα για να απαλύνει αυτό το συναίσθημα στους νέους παίκτες.

Επιπλέον, το σύστημα προόδου με τις φατρίες απαιτεί υπερβολικό grind. Το να μαζεύεις salvage για να αναβαθμίσεις το vault σου ή να ξεκλειδώσεις καλύτερα sponsored kits από την Armory αρχίζει μετά από κάποιο σημείο να μοιάζει περισσότερο με δουλειά παρά με διασκέδαση. Οι προτεραιότητες των συμβολαίων είναι συχνά επαναλαμβανόμενες και σε αναγκάζουν να επισκέπτεσαι τις ίδιες περιοχές ξανά και ξανά. Παράλληλα, η σταθερότητα των servers στο PS5 κατά τις πρώτες εβδομάδες της κυκλοφορίας ήταν προβληματική. Δεν υπάρχει τίποτα χειρότερο από το να έχεις γεμίσει το inventory σου με σπάνιο loot, να κατευθύνεσαι προς το exfil point και να χάνεις τα πάντα λόγω ενός ξαφνικού disconnect. Αν και η κατάσταση έχει βελτιωθεί, αυτά τα τεχνικά προβλήματα άφησαν μια πικρή γεύση στην κοινότητα.

Οι ζώνες του Tau Ceti IV παρουσιάζουν εξαιρετική ποικιλία αλλά και διακυμάνσεις στην ποιότητά τους. Το Perimeter είναι μια καλή εισαγωγή με χαμηλό κίνδυνο, ενώ το Dire Marsh προσφέρει εξαιρετική ατμόσφαιρα με τις εγκαταστάσεις hybrid τροφίμων και την απειλή της Ανωμαλίας. Το Outpost όμως είναι αυτό που ξεχωρίζει, καθώς η τοξική βροχή που πέφτει περιοδικά σε αναγκάζει να αλλάξεις εντελώς τον τρόπο που κινείσαι στον χώρο. Όσο για το endgame, το Cryo Archive στην πρώτη Antichamber του UESC Marathon είναι μια πραγματική κόλαση. Οι στενοί διάδρομοι και οι παγωμένοι θάλαμοι μετατρέπουν κάθε run σε μια κλειστοφοβική μάχη επιβίωσης ενάντια σε άλλες fully-geared ομάδες, όπου το παραμικρό λάθος τιμωρείται αμείλικτα.

Η πρόσφατη Season 2 έφερε μια σημαντική ανάσα ανανέωσης, αλλά δεν έλυσε μαγικά όλα τα δομικά προβλήματα του τίτλου. Τα νέα συμβόλαια και οι προσθήκες στον εξοπλισμό έδωσαν νέο ενδιαφέρον στο grinding, ενώ οι αλλαγές στην ισορροπία των shells έκαναν κατηγορίες όπως ο Thief πιο χρήσιμες στις ομαδικές αναμετρήσεις. Παρόλα αυτά, η αίσθηση της επανάληψης παραμένει για όσους έχουν ήδη αφιερώσει εκατοντάδες ώρες στο παιχνίδι. Η Bungie δείχνει να ακούει το feedback της κοινότητας, αλλά οι ρυθμοί με τους οποίους γίνονται οι μεγάλες αλλαγές στη ροή του gameplay είναι μάλλον αργοί για τα δεδομένα της αγοράς.

Σε γενικές γραμμές, το Marathon στο PS5 είναι μια εμπειρία που απαιτεί την πλήρη αφοσίωση σου. Δεν είναι το παιχνίδι που θα βάλεις για να χαλαρώσεις μετά από μια κουραστική μέρα στη δουλειά, αλλά απαιτεί συγκέντρωση, καλά αντανακλαστικά και κυρίως, αντοχή στην αποτυχία. Αν είσαι διατεθειμένος να αποδεχτείς τους σκληρούς κανόνες του, να μάθεις από τα λάθη σου και να εκμεταλλευτείς τις μοναδικές δυνατότητες των shells, θα βρεις ένα από τα πιο εθιστικά και καλοστημένα shooters των τελευταίων ετών. Αν όμως απογοητεύεσαι εύκολα από την απώλεια προόδου ή βαριέσαι το έντονο grinding, τότε η επίσκεψη στον Tau Ceti IV μάλλον θα σου φανεί μια επίπονη και άδικη εμπειρία.

Loading