Σύνοψη
- Μια νέα επιστημονική δημοσίευση προτείνει μια ριζοσπαστική εναλλακτική τροχιακή διαδρομή προς τον Άρη, η οποία βασίζεται στα μοτίβα κίνησης γεωπλήσιων αστεροειδών.
- Η συγκεκριμένη μέθοδος παρακάμπτει την παραδοσιακή μεταφορά Hohmann, προσφέροντας θεωρητικά τη δυνατότητα απλής μετάβασης σε 33 έως 56 ημέρες.
- Ο συνολικός απαιτούμενος χρόνος για ένα πλήρες ταξίδι μετ' επιστροφής υπολογίζεται στις 153 ημέρες, επιλύοντας το πρόβλημα της παρατεταμένης έκθεσης των αστροναυτών στην κοσμική ακτινοβολία.
- Η πρακτική εφαρμογή της μεθόδου προσκρούει σε ανυπέρβλητα τεχνολογικά εμπόδια, καθώς απαιτεί ενέργεια εκτόξευσης έως και 50 φορές μεγαλύτερη από τη σημερινή, ενώ η ταχύτητα άφιξης στον Άρη θα προκαλούσε την άμεση καταστροφή των υπαρχουσών θερμικών ασπίδων.
Η μετάβαση στον πλανήτη Άρη αποτελεί εδώ και δεκαετίες ένα αυστηρά καθορισμένο μαθηματικό πρόβλημα, το οποίο επιλύεται παραδοσιακά μέσω της τροχιάς μεταφοράς Hohmann (Hohmann transfer orbit). Η συγκεκριμένη μέθοδος χρησιμοποιεί την ελλειπτική κίνηση για τη μεταφορά ενός σκάφους από την τροχιά της Γης στην τροχιά του Άρη, ελαχιστοποιώντας την απαιτούμενη κατανάλωση καυσίμου. Το τίμημα, ωστόσο, είναι ο χρόνος: το ταξίδι διαρκεί κατά μέσο όρο εννέα μήνες, αφήνοντας τα πληρώματα εκτεθειμένα σε υψηλά επίπεδα κοσμικής ακτινοβολίας και επιδράσεις μικροβαρύτητας.
Οι ερευνητές επικεντρώθηκαν σε μια διαφορετική προσέγγιση, παρατηρώντας την κίνηση των αστεροειδών. Εξετάζοντας τις τροχιές αστεροειδών που τέμνουν τόσο την τροχιά της Γης όσο και αυτήν του Άρη –με κύριο παράδειγμα τον αστεροειδή 2001 CA21– εντόπισαν εναλλακτικά σημεία σύνδεσης των δύο τροχιακών επιπέδων.
Η νέα αυτή θεωρητική προσέγγιση προτείνει μια διαδρομή πολύ πιο ευθεία σε σχέση με την ελλειπτική καμπύλη του Hohmann. Αντί το σκάφος να ακολουθεί τη φυσική βαρυτική καμπύλη, επιταχύνει επιθετικά προς το σημείο τομής. Τα αποτελέσματα των προσομοιώσεων δείχνουν ότι ο χρόνος της απλής μετάβασης μπορεί να συρρικνωθεί ριζικά. Στο βέλτιστο (και πιο απαιτητικό) σενάριο, η μετάβαση διαρκεί μόλις 33 ημέρες. Σε ένα ελαφρώς πιο συντηρητικό μοντέλο, απαιτούνται 56 ημέρες. Το συνολικό ταξίδι μετ' επιστροφής υπολογίζεται στις 153 ημέρες, ενίοτε φτάνοντας τις 226 ημέρες ανάλογα με την ευθυγράμμιση των πλανητών.
Η διαφορά είναι χαώδης σε σχέση με τα σημερινά πρότυπα, καθώς εξαλείφει την ανάγκη παραμονής των αστροναυτών στον Άρη για μήνες μέχρι να ανοίξει το επόμενο "παράθυρο" επιστροφής που επιβάλλει η τροχιακή μηχανική Hohmann.
Οι τεχνολογικοί περιορισμοί: Το πρόβλημα της ενέργειας C3
Η θεωρία απέχει, βέβαια, συντριπτικά από την τρέχουσα μηχανική πραγματικότητα. Το βασικότερο εμπόδιο εντοπίζεται στην ενέργεια εκτόξευσης C3. Το C3 μετρά την κινητική ενέργεια που απαιτείται για να ξεφύγει ένα σκάφος από τη βαρύτητα της Γης και να τεθεί σε συγκεκριμένη διαπλανητική τροχιά.
Για τις συμβατικές αποστολές στον Άρη, οι σύγχρονοι πύραυλοι παρέχουν τιμές C3 της τάξης των 10 έως 15 km²/s² για αξιόλογα φορτία. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς της νέας μελέτης, η διαδρομή των 56 ημερών απαιτεί C3 ίσο με 285 km²/s², ενώ η ταχύτερη των 33 ημερών εκτοξεύει την απαίτηση στα 768 km²/s². Για να αντιληφθούμε την κλίμακα, η αποστολή New Horizons της NASA, η οποία εκτοξεύτηκε με τεράστια ταχύτητα προς τον Πλούτωνα, είχε C3 157 km²/s², μεταφέροντας όμως έναν εξαιρετικά ελαφρύ ανιχνευτή βάρους μόλις 478 κιλών. Η μεταφορά ενός επανδρωμένου σκάφους χιλιάδων τόνων με C3 768 km²/s² καθιστά τους σημερινούς χημικούς πυραύλους παντελώς ακατάλληλους.
Το δεύτερο, και ίσως κρισιμότερο, τεχνικό πρόβλημα αφορά την άφιξη στον Άρη. Οταν η μετάβαση γίνεται σε ελάχιστο χρόνο, η υπερβολική ταχύτητα δεν εξαφανίζεται απλώς. Στη μεταφορά Hohmann, το σκάφος φτάνει "ομαλά", έχοντας μειώσει ταχύτητα λόγω της τροχιακής του διαδρομής. Αντιθέτως, η νέα διαδρομή φέρνει το σκάφος στον Άρη με σχετική ταχύτητα μεταξύ 14 km/s και 20 km/s.
Η επιβράδυνση μιας τέτοιας μάζας απαιτεί είτε μια μη ρεαλιστική ποσότητα καυσίμων για πυραυλική πέδηση, γεγονός που θα αύξανε εκθετικά τη μάζα εκτόξευσης, είτε απευθείας ατμοσφαιρική είσοδο. Κατά την ατμοσφαιρική είσοδο, η αεροδυναμική θέρμανση αυξάνεται ανάλογα με τον κύβο της ταχύτητας. Το ρόβερ Perseverance εισήλθε στην αρειανή ατμόσφαιρα με 5.6 km/s, δοκιμάζοντας τα όρια των σύγχρονων υλικών. Η είσοδος με 20 km/s θα μετέτρεπε οποιοδήποτε γνωστό κράμα ή κεραμική ασπίδα σε πλάσμα εντός δευτερολέπτων, καταστρέφοντας το σκάφος ολοσχερώς.
Με τη ματιά του Techgear
Η δημοσίευση της συγκεκριμένης έρευνας στο Acta Astronautica δεν αποτελεί πρακτικό οδηγό για τις επόμενες αποστολές της NASA ή της SpaceX, αλλά έναν εξαιρετικό θεωρητικό καμβά που καταδεικνύει την ανάγκη για μετάβαση σε συστήματα πρόωσης νέας γενιάς (π.χ. πυρηνική θερμική πρόωση - NTP). Οι περιορισμοί των χημικών πυραύλων είναι πλέον μετρήσιμοι και απόλυτοι. Η καταγραφή των νέων τροχιακών μονοπατιών επιβεβαιώνει ότι η φυσική επιτρέπει γρήγορα ταξίδια στον Άρη, αρκεί η μηχανική των υλικών (θερμικές ασπίδες) και η ενεργειακή απόδοση (κινητήρες επόμενης γενιάς) να καταφέρουν να ακολουθήσουν. Μέχρι την ανάπτυξη τεχνολογιών που θα μπορούν να διαχειριστούν θερμικά φορτία εισόδου 20 km/s και εκτοξεύσεις με C3 άνω των 300 km²/s², το παράθυρο των 153 ημερών θα παραμένει αυστηρά μια μαθηματική απόδειξη.
*Μπορείτε πλέον να προσθέσετε το Techgear.gr ως Προτιμώμενη Πηγή ενημέρωσης για τις αναζητήσεις σας στο Google Search!