Είναι ίσως η πιο διαδεδομένη ιστορία τεχνολογικής γενεσιουργίας στον σύγχρονο κόσμο. Η αφήγηση θέλει το Internet να γεννιέται στα σπλάχνα του Πενταγώνου, μέσα στην παράνοια του Ψυχρού Πολέμου, με έναν και μοναδικό σκοπό: να δημιουργηθεί ένα δίκτυο επικοινωνιών ικανό να παραμείνει λειτουργικό ακόμα κι αν οι ΗΠΑ δέχονταν σφοδρό πυρηνικό πλήγμα. Αυτή η εκδοχή, αν και γοητευτική και δραματική, αποτελεί μια ιστορική ανακρίβεια που επισκιάζει την πραγματική, πολύ πιο πρακτική και «ανθρώπινη» αιτία πίσω από τη δημιουργία του ARPANET.
Η αλήθεια είναι πως το διαδίκτυο δεν φτιάχτηκε για να σώσει τον κόσμο από την καταστροφή, αλλά για να γλιτώσει τους ερευνητές από την ταλαιπωρία και το αμερικανικό κράτος από περιττά έξοδα.
Το πρόβλημα των τριών τερματικών
Για να κατανοήσουμε τη γέννηση του διαδικτύου, πρέπει να μεταφερθούμε στο γραφείο του Bob Taylor, διευθυντή του Γραφείου Τεχνολογιών Επεξεργασίας Πληροφοριών (IPTO) της ARPA, στα μέσα της δεκαετίας του '60. Στο γραφείο του Taylor υπήρχαν τρία διαφορετικά τερματικά, το καθένα συνδεδεμένο με έναν διαφορετικό κεντρικό υπολογιστή (mainframe) σε διαφορετικά μέρη της χώρας: ένα για το σύστημα στο MIT, ένα για το Berkeley και ένα για τη Σάντα Μόνικα.
Κάθε φορά που ο Taylor ήθελε να επικοινωνήσει με μια διαφορετική ερευνητική ομάδα ή να τρέξει ένα πρόγραμμα σε άλλο σύστημα, έπρεπε κυριολεκτικά να σηκωθεί από την καρέκλα του και να αλλάξει τερματικό. Οι υπολογιστές δεν μιλούσαν την ίδια γλώσσα, δεν συνδέονταν μεταξύ τους και η διαχείριση των πόρων ήταν εφιαλτική.
«Φίλε, είναι προφανές τι πρέπει να κάνουμε», φέρεται να είπε ο Taylor. «Έχουμε τρία τερματικά. Πρέπει να τα συνδέσουμε ώστε να έχουμε πρόσβαση σε όλα, από παντού». Το όραμα δεν ήταν η επιβίωση, αλλά η διασύνδεση. Ο Taylor, επηρεασμένος βαθύτατα από τον J.C.R. Licklider, τον ψυχολόγο και επιστήμονα πληροφορικής που οραματίστηκε την «ανθρωπο-υπολογιστική συμβίωση», ήθελε να δημιουργήσει μια κοινότητα.
Η οικονομία των πόρων και όχι ο πόλεμος
Εκείνη την περίοδο, οι κεντρικοί υπολογιστές ήταν τεράστιοι, πανάκριβοι και σπάνιοι. Η χρηματοδότηση της ARPA πήγαινε σε πανεπιστήμια για την αγορά αυτών των μηχανημάτων, αλλά η απόδοσή τους ήταν χαμηλή επειδή λειτουργούσαν απομονωμένα. Αν ένας ερευνητής στο Λος Άντζελες χρειαζόταν την επεξεργαστική ισχύ ενός υπολογιστή στη Βοστώνη, δεν είχε τρόπο να τη χρησιμοποιήσει.
Το ARPANET, ο πρόγονος του Internet, χρηματοδοτήθηκε για να λύσει αυτό το πρόβλημα διαμοιρασμού πόρων. Ο στόχος ήταν να μπορούν οι ερευνητές να μοιράζονται χρόνο και δεδομένα, εξοικονομώντας εκατομμύρια δολάρια στους φορολογούμενους. Ο ίδιος ο Taylor έχει δηλώσει κατηγορηματικά σε συνεντεύξεις του ότι η ιδέα της επιβίωσης από πυρηνική επίθεση ουδέποτε συζητήθηκε κατά τον σχεδιασμό του ARPANET.
Πώς προέκυψε ο μύθος της πυρηνικής απειλής;
Αν λοιπόν οι δημιουργοί του διαδικτύου δεν είχαν στο μυαλό τους τον πυρηνικό πόλεμο, γιατί αυτή η ιστορία κυριαρχεί; Η σύγχυση προέρχεται από την ανάμιξη δύο διαφορετικών ερευνητικών προγραμμάτων.
Την ίδια εποχή που η ARPA προσπαθούσε να συνδέσει τους υπολογιστές για λόγους αποδοτικότητας, η RAND Corporation (μια δεξαμενή σκέψης που συνεργαζόταν με τον στρατό) και ο ερευνητής Paul Baran, μελετούσαν όντως τρόπους για να κάνουν τα τηλεπικοινωνιακά δίκτυα ανθεκτικά σε επιθέσεις. Ο Baran ανέπτυξε τη θεωρητική βάση της «μεταγωγής πακέτων» (packet switching) και των αποκεντρωμένων δικτύων, ακριβώς για να μην υπάρχει ένα κεντρικό σημείο αποτυχίας.
Ωστόσο, οι άνθρωποι του ARPANET υιοθέτησαν την τεχνολογία των πακέτων επειδή ήταν ο πιο αποτελεσματικός τρόπος μεταφοράς δεδομένων μέσω των αναξιόπιστων τηλεφωνικών γραμμών της εποχής, και όχι για να χτίσουν ένα καταφύγιο δεδομένων. Η ανθεκτικότητα του δικτύου ήταν ένα ευπρόσδεκτο, τεχνικό παρεπόμενο, όχι ο αρχικός στρατηγικός στόχος.
Η πολιτική διάσταση της παρανόησης
Με το πέρασμα των χρόνων, ο μύθος εξυπηρέτησε πολλές πλευρές. Για τους στρατιωτικούς και τους πολιτικούς, η δικαιολόγηση κονδυλίων για ένα «αντι-πυρηνικό δίκτυο» ήταν πολύ πιο εύκολη από τη χρηματοδότηση ενός δικτύου για να «κουβεντιάζουν οι επιστήμονες». Το αφήγημα άλλαξε εκ των υστέρων.
Όπως επισημαίνουν ιστορικοί της τεχνολογίας, το διαδίκτυο είναι προϊόν της ακαδημαϊκής περιέργειας και της ανάγκης για συνεργασία. Ο Stephen Lukasik, αναπληρωτής διευθυντής της ARPA το 1967, είχε ξεκαθαρίσει πως ο σκοπός ήταν «να ενώσουμε τους ανθρώπους και τους υπολογιστές τους», δημιουργώντας μια ενιαία κοινότητα ερευνητών.
Γιατί έχει σημασία η αλήθεια;
Η αποκατάσταση της ιστορικής αλήθειας δεν είναι απλώς μια λεπτομέρεια για τους λάτρεις της τεχνολογίας. Αλλάζει τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε το μέσο. Το Internet δεν είναι ένα όπλο που μετατράπηκε σε εργαλείο, αλλά ένα εργαλείο συνεργασίας που γιγαντώθηκε.
Η ειρωνεία είναι πως, ενώ πιστεύουμε ότι χρωστάμε την ψηφιακή μας ελευθερία στον φόβο του πυρηνικού ολέθρου, στην πραγματικότητα τη χρωστάμε στην απλή, καθημερινή ενόχληση ενός ανθρώπου που βαριόταν να αλλάζει γραφείο για να στείλει μια εντολή σε έναν υπολογιστή. Η ευκολία, η επικοινωνία και η τεμπελιά – με την καλή έννοια της βελτιστοποίησης – ήταν πάντα τα ισχυρότερα κίνητρα της ανθρώπινης προόδου.