Το έντερο «προειδοποιεί» για το Αλτσχάιμερ πολλά χρόνια πριν από τον εγκέφαλο

Η σχέση ανάμεσα στο έντερο και τον εγκέφαλο αναδεικνύεται ολοένα και πιο καθοριστική για την υγεία μας. Νέα έρευνα που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Science Advances αποκαλύπτει ότι τα σημάδια κινδύνου για νευροεκφυλιστικές ασθένειες, όπως το Αλτσχάιμερ και το Πάρκινσον, μπορούν να γίνουν ορατά στο πεπτικό σύστημα ακόμη και 15 χρόνια πριν την εμφάνιση των πρώτων εγκεφαλικών συμπτωμάτων. Η μελέτη αυτή, η μεγαλύτερη του είδους της, ενισχύει τη σημασία του άξονα «έντερο-εγκέφαλος», της πολύπλοκης επικοινωνίας δηλαδή που συνδέει το πεπτικό μας σύστημα με το κεντρικό νευρικό.

Η σημασία της μικροβιακής υγείας

Εδώ και χρόνια, οι επιστήμονες υποψιάζονται ότι η ισορροπία της μικροβιακής χλωρίδας του εντέρου επηρεάζει πολύ περισσότερα από την πέψη. Η νέα έρευνα αξιοποίησε κλινικά, γενετικά και πρωτεϊνικά δεδομένα εκατοντάδων χιλιάδων ατόμων από διεθνείς βάσεις όπως οι UK Biobank, FinnGen και SAIL. Μέσα από την ανάλυση αυτών των πληροφοριών αποκαλύφθηκαν συγκεκριμένες πεπτικές και μεταβολικές παθήσεις που συνδέονται με αυξημένο κίνδυνο για Αλτσχάιμερ ή Πάρκινσον.

Σύνδεση με το Αλτσχάιμερ

Οι ερευνητές μελέτησαν 155 διαφορετικές διαταραχές του πεπτικού, του ενδοκρινικού και του μεταβολικού συστήματος. Βρέθηκε ότι νοσήματα όπως η γαστρίτιδα και η δωδεκαδακτυλίτιδα, η οισοφαγική παλινδρόμηση, ο σακχαρώδης διαβήτης, η έλλειψη βιταμίνης D, οι ηλεκτρολυτικές διαταραχές αλλά και λειτουργικές παθήσεις του εντέρου, όπως το σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου, αυξάνουν σημαντικά την πιθανότητα εμφάνισης Αλτσχάιμερ. Μάλιστα, όταν ο διαβήτης τύπου 2 είχε διαγνωστεί δέκα έως δεκαπέντε χρόνια νωρίτερα, ο κίνδυνος για Αλτσχάιμερ αυξανόταν κατά 71%.

Προειδοποιητικά σημάδια και για το Πάρκινσον

Αντίστοιχα, για το Πάρκινσον, μια νόσο που εκδηλώνεται χαρακτηριστικά με τρόμο και κινητικές δυσκολίες, οι δείκτες κινδύνου περιλαμβάνουν τη δυσπεψία, τον σακχαρώδη διαβήτη (τόσο τον εξαρτώμενο όσο και τον μη εξαρτώμενο από ινσουλίνη) και τις λειτουργικές εντερικές διαταραχές. Αυτά τα στοιχεία ενισχύουν την άποψη ότι η εκδήλωση των νευροεκφυλιστικών παθήσεων είναι μια διαδικασία που ξεκινά πολύ πριν γίνει αντιληπτή μέσω νευρολογικών συμπτωμάτων.

Η αξία της πρώιμης διάγνωσης

Αν και το Αλτσχάιμερ παραμένει ανίατη νόσος, η έγκαιρη διάγνωση θεωρείται το ισχυρότερο όπλο. Σήμερα υπάρχουν φάρμακα που μπορούν να καθυστερήσουν την εξέλιξή του. Αν λοιπόν τα προειδοποιητικά σημάδια ανιχνευτούν αρκετά χρόνια πριν, οι θεραπείες μπορούν να ξεκινήσουν νωρίς, μειώνοντας τις πιθανότητες να προχωρήσει η νόσος στα πιο σοβαρά στάδια της.

Ένα απρόσμενο εύρημα

Η μελέτη κατέγραψε και μια παράδοξη συσχέτιση: η ύπαρξη αιμορροΐδων φάνηκε να σχετίζεται με μικρότερο κίνδυνο Αλτσχάιμερ. Οι επιστήμονες θεωρούν πιθανό αυτό να οφείλεται σε «μεροληψία επιβίωσης», καθώς σοβαρές καταστάσεις που συνοδεύουν τις αιμορροΐδες μπορεί να αυξάνουν τη θνησιμότητα, μειώνοντας έτσι την πιθανότητα να εμφανιστεί η νευροεκφυλιστική ασθένεια αργότερα στη ζωή.

Γονίδια ή τρόπος ζωής;

Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα συμπεράσματα της έρευνας αφορά τον ρόλο της κληρονομικότητας. Οι ειδικοί υπολόγισαν τον «πολυγονιδιακό δείκτη κινδύνου» για κάθε συμμετέχοντα και διαπίστωσαν ότι όσοι εμφάνιζαν Αλτσχάιμερ ή Πάρκινσον και ταυτόχρονα είχαν ιστορικό πεπτικών ή μεταβολικών παθήσεων, παρουσίαζαν χαμηλότερο γενετικό κίνδυνο από εκείνους που εκδήλωσαν τις ασθένειες χωρίς τέτοια προβλήματα. Αυτό υποδηλώνει ότι τα περιβαλλοντικά και τα καθημερινά στοιχεία του τρόπου ζωής ενδέχεται να έχουν μεγαλύτερη βαρύτητα από την κληρονομικότητα.

Προς ένα νέο μοντέλο πρόβλεψης

Η πραγματική καινοτομία της μελέτης είναι η δημιουργία ενός πολυπαραγοντικού μοντέλου πρόβλεψης. Οι επιστήμονες συνδύασαν τέσσερις πηγές δεδομένων (κλινικά, γενετικά, πρωτεϊνικά και δημογραφικά) για να καταλήξουν σε ένα εργαλείο υψηλής ακρίβειας. Το μοντέλο πέτυχε δείκτη αξιοπιστίας 0,90 για την πρόβλεψη Αλτσχάιμερ, αποτέλεσμα εντυπωσιακό για τέτοιου είδους έρευνες. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει ότι ακόμα και χωρίς τα κλινικά δεδομένα, η ακρίβεια παρέμενε σχεδόν ίδια, κάτι που δείχνει ότι οι βιοδείκτες αίματος περιέχουν ήδη κρίσιμες πληροφορίες για την ασθένεια.

Μεταξύ των σημαντικότερων βιοδεικτών ξεχωρίζουν η πρωτεΐνη GFAP και η ελαφριά αλυσίδα νευροϊνιδίων (NFL), και οι δύο γνωστοί δείκτες νευρωνικής βλάβης. Η επιβεβαίωση της αξίας τους δείχνει ότι η συνδυαστική ανάλυση γενετικών και πρωτεϊνικών δεδομένων μπορεί να αποτελέσει το μέλλον της εξατομικευμένης ιατρικής.

Μια νέα εποχή πρόληψης

Η έρευνα ανοίγει τον δρόμο για έγκαιρη και πιο ακριβή διάγνωση, πολλά χρόνια πριν εμφανιστούν τα πρώτα μη αναστρέψιμα συμπτώματα. Η ύπαρξη μιας διαδικτυακής πλατφόρμας που δημιούργησε η επιστημονική ομάδα, επιτρέπει σε άλλους ερευνητές να εξερευνήσουν τα δεδομένα, ενισχύοντας τη διαφάνεια και τη συνεργασία.

Φαίνεται ότι η υγεία του εντέρου δεν αφορά μόνο την πέψη. Μπορεί να είναι το κλειδί για την πρόληψη ή την καθυστέρηση σοβαρών νευροεκφυλιστικών παθήσεων, αλλάζοντας τον τρόπο με τον οποίο βλέπουμε την ιατρική του μέλλοντος.

[via]

Loading