Duskfade Review (PS5): Όταν η νοσταλγία του PS2 σκοντάφτει στις φιλοδοξίες της
Όταν πρωτοείδα το υλικό του Duskfade για τις ανάγκες αυτού του review, ένιωσα αμέσως εκείνο το περίεργο σκίρτημα που νιώθουμε όσοι μεγαλώσαμε καίγοντας ώρες μπροστά σε μια CRT τηλεόραση με το PlayStation 2 αναμμένο. Οι Ισπανοί της Weird Beluga Studio, μετά το ιδιαίτερο αλλά κάπως αδέξιο Clid the Snail, αποφάσισαν να δοκιμάσουν τις δυνάμεις τους σε ένα τρισδιάστατο action platformer που υπόσχεται να ξυπνήσει μνήμες από τις χρυσές μέρες του Jak and Daxter, του Sly Cooper και του πρώτου Kingdom Hearts. Η ιδέα ενός τέτοιου τίτλου στο σύγχρονο hardware του PS5, φτιαγμένου με την Unreal Engine 5, ακούγεται ιδανική στα χαρτιά, ειδικά αν αναλογιστούμε πόσο σπάνια συναντάμε πια τέτοιες εμπειρίες εκτός του οικοσυστήματος της Nintendo ή των σποραδικών εκλάμψεων τύπου Astro Bot.
Ξεκινώντας, ήμουν έτοιμος για μια ανάλαφρη περιπέτεια γεμάτη άλματα, συλλογή αντικειμένων και απλοϊκό αλλά ικανοποιητικό ξύλο. Η αλήθεια είναι ότι το Duskfade καταφέρνει να ανασύρει αυτή τη ζεστασιά από τα πρώτα κιόλας λεπτά. Ταυτόχρονα, όμως, δεν αργεί να δείξει και τις αδυναμίες του. Δεν πρόκειται για ένα παιχνίδι που προσπαθεί να ανακαλύψει τον τροχό, και αυτό από μόνο του δεν είναι απαραίτητα κακό. Το πρόβλημα ξεκινά όταν οι ίδιοι οι μηχανισμοί που καλούνται να στηρίξουν την εμπειρία δεν έχουν το απαραίτητο βάθος ή το ραφινάρισμα που απαιτεί η σημερινή εποχή, αφήνοντας μια γλυκόπικρη γεύση.
Μια ιστορία για την απώλεια μέσα σε γρανάζια και σκιές
Στο επίκεντρο της πλοκής βρίσκεται ο Zirian, ένας νεαρός πρωταγωνιστής που συνοδεύεται από τον Cuckoo, έναν μηχανικό σύντροφο που θυμίζει ρολόι κούκο. Η αποστολή είναι φαινομενικά απλή και κλασική για το είδος, δηλαδή η διάσωση της αδερφής του από έναν σκοτεινό, μαγικό πύργο ρολογιού που απειλεί να καταπιεί τα πάντα. Οι δημιουργοί δήλωσαν ανοιχτά ότι η αφήγηση αντλεί έμπνευση από προσωπικά βιώματα πένθους και την απώλεια αγαπημένων προσώπων, και αυτό το συναίσθημα προσπαθεί να περάσει σε κάθε διάλογο. Υπάρχουν στιγμές που η σχέση ανάμεσα στον Zirian και τον Cuckoo λειτουργεί όμορφα, παρουσιάζοντας μια γνήσια προσπάθεια κατανόησης του πόνου και της αποδοχής.
Παρόλα αυτά, το σενάριο πάσχει από υπερβολική προβλεψιμότητα. Οι ανατροπές διακρίνονται από χιλιόμετρα μακριά, ενώ αρκετές δραματικές σκηνές μοιάζουν κάπως αδέξια τοποθετημένες, σαν να βιάζονται να σου επιβάλουν ένα συναισθηματικό βάρος προτού προλάβεις να δεθείς πραγματικά με τους χαρακτήρες. Οι διάλογοι συχνά ακροβατούν ανάμεσα στην παιδική αφέλεια και τη βαριά φιλοσοφία γύρω από τη μνήμη και το τραύμα, χωρίς να καταφέρνουν πάντα να βρουν τη σωστή ισορροπία. Οι ηθοποιοί που δανείζουν τις φωνές τους κάνουν τίμια δουλειά, όμως, το ίδιο το κείμενο τους περιορίζει σε ρηχές ατάκες και κλισέ διαλόγους που έχουμε ξανακούσει δεκάδες φορές. Τελικά, η ιστορία λειτουργεί απλώς ως ένα συμπαθητικό άλλοθι για να προχωράς από τη μία περιοχή στην άλλη, χωρίς να αφήνει το βαθύ αποτύπωμα που προφανώς στόχευε η ομάδα ανάπτυξης.
Η αίσθηση του platforming και το floating άλμα
Το platforming αποτελεί τη ραχοκοκαλιά του τίτλου και εδώ τα πράγματα είναι ανάμεικτα. Ο σχεδιασμός των διαδρομών διαθέτει μια ευχάριστη ροή, ειδικά όταν αποκτάς σταδιακά νέες κινήσεις, όπως το διπλό άλμα, το air dash και τη δυνατότητα να αλληλεπιδράς με μηχανισμούς χρόνου για να παγώνεις πλατφόρμες στον αέρα. Το να διασχίζεις τα επίπεδα ψάχνοντας κρυμμένα νομίσματα και collectibles θυμίζει έντονα τις καλές στιγμές των collectathons του παρελθόντος, προσφέροντας εκείνη την αθώα ικανοποίηση του καθαρισμού κάθε γωνιάς του χάρτη.
Εκεί όμως που εντόπισα σοβαρό ζήτημα είναι η φυσική της κίνησης του Zirian. Ο χαρακτήρας έχει μια υπερβολικά ανάλαφρη, σχεδόν αέρινη αίσθηση. Δεν νιώθεις το βάρος των ποδιών του στο έδαφος και η προσγείωση σε μικρές, κινούμενες επιφάνειες συχνά απαιτεί μικροδιορθώσεις στον αέρα που δεν μοιάζουν φυσικές. Ευτυχώς, το παιχνίδι είναι εξαιρετικά επιεικές με τα κενά, αφού μια πτώση σπάνια σημαίνει θάνατος με μεγάλο κόστος, παρά μόνο ένα άμεσο respawn λίγα μέτρα πιο πίσω. Αυτή η επιείκεια, πάντως, αφαιρεί μεγάλο μέρος της έντασης και της πρόκλησης, κάνοντας τα άλματα να μοιάζουν περισσότερο με μηχανική διαδικασία παρά με δοκιμασία ακρίβειας.
Η μάχη, το κλείδωμα στόχου και το σύνδρομο της αρένας
Αν το platforming στέκεται αξιοπρεπώς παρά τα προβλήματά του, η μάχη είναι ο τομέας που κρατάει το Duskfade πίσω από το να γίνει πραγματικά σπουδαίο. Το σύστημα συμπλοκών βασίζεται σε βασικά melee combos, ένα dodge roll με στιγμιαία… ατρωσία (αν μου επιτρέπεται ο όρος…) και ορισμένες ειδικές ικανότητες που σχετίζονται με τον χρόνο. Στην αρχή, το ξύλο έχει πλάκα, καθώς η απόκριση είναι άμεση και τα εφέ των χτυπημάτων δίνουν μια ευχάριστη αίσθηση δύναμης. Οι εχθροί, που μοιάζουν αρκετά με τα Heartless του Kingdom Hearts, έρχονται σε διάφορα μεγέθη και απαιτούν βασική στρατηγική αποφυγής.
Πολύ γρήγορα, ωστόσο, η όλη διαδικασία καταντάει κουραστική. Το παιχνίδι επαναλαμβάνει συνεχώς το ίδιο μοτίβο, υπό την έννοια ότι κλειδώνει τον παίκτη μέσα σε πρόχειρες αρένες, ρίχνει κατά πάνω του κύματα από τους ίδιους και τους ίδιους εχθρούς και σε αναγκάζει να πατάς ασταμάτητα το ίδιο κουμπί επίθεσης. Το σύστημα κλειδώματος του στόχου αποδεικνύεται προβληματικό, καθώς η κάμερα συχνά χάνει τον εχθρό που επιθυμείς, κολλάει πίσω από τοίχους ή αρνείται να αλλάξει στόχο με άνεση μέσα στον πανικό. Αυτό οδηγεί σε αδικαιολόγητα χτυπήματα από την πλάτη και σε εκνευρισμό, ιδιαίτερα στις υψηλότερες δυσκολίες όπου οι εχθροί προκαλούν δυσανάλογα μεγάλη ζημιά.
Μοναδική φωτεινή εξαίρεση στη μάχη αποτελούν τα boss fights. Εκεί η Weird Beluga έκανε εξαιρετική δουλειά, παντρεύοντας έξυπνα το platforming με τις επιθέσεις των μεγάλων αντιπάλων. Στις μάχες αυτές καλείσαι να πηδήξεις πάνω από κρουστικά κύματα, να παγώσεις ιπτάμενα βλήματα για να τα χρησιμοποιήσεις ως σκαλοπάτια και να διαβάσεις καθαρά τα μοτίβα του αντιπάλου. Τα bosses θυμίζουν τα καλύτερα παραδείγματα του είδους και αποδεικνύουν τι θα μπορούσε να είναι το παιχνίδι αν είχε την ίδια φροντίδα και στις απλές μάχες ρουτίνας.
Εξερεύνηση, διάρκεια και ένας κόσμος που μένει ανεκμετάλλευτος
Ο κόσμος του Duskfade έχει μια ξεχωριστή γοητεία. Η αισθητική clockpunk, γεμάτη περιστρεφόμενα γρανάζια, αιωρούμενα ρολόγια, μπρούτζινες σωληνώσεις και ζεστά φωτισμένα σοκάκια, δημιουργεί μια πανέμορφη οπτική ταυτότητα. Όποτε έβγαινα από την κύρια διαδρομή, ένιωθα την περιέργεια να δω τι κρύβεται πίσω από έναν φαινομενικά απροσπέλαστο τοίχο, και αρκετές φορές ανταμείφθηκα με upgrades υγείας ή ειδικά συλλεκτικά που ξεκλειδώνουν πρόσθετα στοιχεία.
Εκεί όμως που ο τίτλος δείχνει τα όρια του είναι στη γραμμικότητα του. Παρόλο που οι περιοχές δίνουν την ψευδαίσθηση της ευρυχωρίας, στην πραγματικότητα πρόκειται για στενούς διαδρόμους που σε καθοδηγούν αυστηρά από το σημείο Α στο σημείο Β. Οι δευτερεύουσες δραστηριότητες είναι πρακτικά ανύπαρκτες. Συναντάς διάσπαρτους NPCs με αστείες ατάκες, περίεργη εμφάνιση και ορισμένα έξυπνα σχόλια που σπάνε τον τέταρτο τοίχο, όμως, κανένας από αυτούς δεν έχει να σου δώσει μια ουσιαστική αποστολή ή ένα ενδιαφέρον side quest.
Όσον αφορά τη διάρκεια του, ο τίτλος απαιτεί περίπου έξι με οκτώ ώρες για την ολοκλήρωση της κύριας ιστορίας, ενώ μπορεί να αγγίξει τις δέκα ώρες αν αποφασίσεις να μαζέψεις κάθε κρυμμένο μυστικό για το πλατινένιο τρόπαιο. Για ένα παιχνίδι που πωλείται σε μεσαία κατηγορία τιμής, η διάρκεια αυτή είναι τίμια και δεν προλαβαίνει να κουράσει υπερβολικά, έστω κι αν το δεύτερο μισό της περιπέτειας αρχίζει να ανακυκλώνει ιδέες και μοτίβα πιο συχνά απ' όσο θα έπρεπε.
Τεχνικός τομέας και η συμπεριφορά στο PS5
Στο PlayStation 5, η οπτική παρουσίαση είναι αναμφίβολα ένα από τα πιο δυνατά χαρτιά του Duskfade, χωρίς όμως να λείπουν τα τεχνικά παραστρατήματα. Η καλλιτεχνική διεύθυνση αξιοποιεί ιδανικά τις δυνατότητες φωτισμού της Unreal Engine 5, με τις αντανακλάσεις πάνω στις μεταλλικές επιφάνειες, τα σωματίδια σκόνης που αιωρούνται στις ακτίνες του ηλιοβασιλέματος και τις αντιθέσεις ανάμεσα στο βαθύ σκοτάδι και τα χρυσά φώτα των μηχανισμών να δημιουργούν μερικά εντυπωσιακά κάδρα που σε κάνουν να πατήσεις το κουμπί του Photo Mode.
Ωστόσο, η βελτιστοποίηση στην κονσόλα της Sony χρειάζεται δουλειά. Ενώ το παιχνίδι στοχεύει στα 60 καρέ το δευτερόλεπτο, υπάρχουν στιγμές που ο ρυθμός ανανέωσης πέφτει αισθητά. Αυτό συμβαίνει κυρίως σε αρένες με πολλά ταυτόχρονα σωματιδιακά εφέ, αλλά και κατά τις μεταβάσεις από τη μία ζώνη στην άλλη, όπου παρατηρείται έντονο stuttering και ξαφνικό pop-in αντικειμένων. Το πιο ενοχλητικό στοιχείο είναι οι cutscenes, οι οποίες είναι κλειδωμένες στα 30 καρέ. Η απότομη μετάβαση από το ομαλό gameplay των 60fps στο cutscene των 30fps συνοδεύεται από στιγμιαίο πάγωμα της οθόνης, κάτι που σπάει απότομα την εμπειρία και δείχνει έλλειψη τελικού ραφιναρίσματος.
Στον τομέα του χειριστηρίου DualSense, η υλοποίηση κινείται σε ρηχά νερά. Υπάρχει μια βασική απτική ανάδραση στις επιθέσεις και στα άλματα, όμως οι σκανδάλες δυναμικής αντίστασης μένουν σχεδόν ανεκμετάλλευτες, χάνοντας την ευκαιρία να αποδώσουν τη μηχανική αντίσταση των γραναζιών ή την τάση των ελατηρίων που κυριαρχούν στον κόσμο του τίτλου. Αντίθετα, η μουσική επένδυση στέκεται στο ύψος των περιστάσεων, με ορχηστρικά κομμάτια που συνοδεύουν όμορφα την εξερεύνηση και αποκτούν ένταση στις μάχες, παρόλο που λίγα θέματα θα σου κολλήσουν στο μυαλό μετά το πέρας των τίτλων τέλους.
Το ταμείο μιας συμπαθητικής αλλά ατελούς προσπάθειας
Το Duskfade δεν είναι ούτε αριστούργημα ούτε αποτυχία. Είναι μια φιλότιμη, νοσταλγική προσπάθεια από μια ομάδα που προφανώς αγαπάει βαθιά τα 3D platformers του παρελθόντος, αλλά δεν διαθέτει ακόμα τους πόρους ή την εμπειρία για να παραδώσει ένα απόλυτα στιβαρό αποτέλεσμα σε όλους τους τομείς. Η πανέμορφη αισθητική του, η καλή τιμή εκκίνησης και τα εξαιρετικά σχεδιασμένα boss fights δίνουν αρκετούς λόγους σε όσους διψούν για το είδος να ασχοληθούν μαζί του για ένα γεμάτο σαββατοκύριακο.
Από την άλλη πλευρά, η επιπόλαιη συμπεριφορά της κάμερας, το ασταθές κλείδωμα των εχθρών, η υπερβολικά ανάλαφρη φυσική στα άλματα και τα τεχνικά σκαμπανεβάσματα στα καρέ δεν επιτρέπουν στον τίτλο να διεκδικήσει κάτι παραπάνω από τον χαρακτηρισμό του καλού αλλά ασφαλούς platformer. Αν πλησιάσεις το Duskfade γνωρίζοντας εκ των προτέρων ότι πρόκειται για μια indie παραγωγή με συγκεκριμένα όρια και όχι για τον διάδοχο του Ratchet & Clank, θα περάσεις μερικές πολύ ευχάριστες ώρες. Αν όμως ψάχνεις βαθύ σύστημα μάχης, πρωτότυπο σενάριο και τεχνική τελειότητα, οι ατέλειες του θα σου χτυπήσουν γρήγορα την πόρτα.
Photo Gallery
Διαβάστε επίσης