Στο Jülich Supercomputing Centre της Γερμανίας, εκεί όπου ο ευρωπαϊκός υπερυπολογιστικός χάρτης αλλάζει μορφή, ο JUPITER πέτυχε κάτι που μέχρι πρόσφατα θεωρούνταν σχεδόν ανέφικτο: την πρώτη πλήρη και ακριβή προσομοίωση ενός καθολικού κβαντικού υπολογιστή 50 qubits. Το επίτευγμα σηματοδοτεί ένα τεχνολογικό άλμα που φέρνει τα όρια της κλασικής υπολογιστικής στα άκρα της φυσικής, επιβεβαιώνοντας ότι οι υπερυπολογιστές δεν έχουν πει την τελευταία τους λέξη απέναντι στην επερχόμενη κβαντική εποχή.
Η προσομοίωση ενός κβαντικού συστήματος τέτοιου μεγέθους δεν αποτελεί απλώς ένα τυπικό πείραμα. Για τους επιστήμονες του Jülich, σε συνεργασία με ειδικούς της NVIDIA, είναι κρίσιμο εργαλείο. Ο ρεαλιστικός «καθρέφτης» ενός κβαντικού επεξεργαστή επιτρέπει τον έλεγχο και τη βελτιστοποίηση αλγορίθμων που προορίζονται για πραγματικές κβαντικές μηχανές, συστήματα που, ακόμη και σήμερα, παλεύουν με ζητήματα σταθερότητας, θορύβου και επεκτασιμότητας. Μέχρι να φτάσει το hardware στο σημείο που πρέπει, το software σηκώνει το βάρος της προόδου: πλατφόρμες όπως το JUQCS επιτρέπουν να αξιολογηθούν μέθοδοι όπως VQE για μοριακές προσομοιώσεις ή QAOA για προβλήματα βελτιστοποίησης, χωρίς τους περιορισμούς της φυσικής κβαντικής συσκευής.
Η μετάβαση από τα 48 στα 50 qubits ίσως ακούγεται σαν μια μικρή αύξηση στην ονομαστική ισχύ. Στην κβαντική προσομοίωση, όμως, κάθε qubit σημαίνει διπλασιασμό της απαιτούμενης μνήμης και εκθετική αύξηση της πολυπλοκότητας. Εκεί που ένα συνηθισμένο laptop δυσκολεύεται να χειριστεί περίπου 30 qubits, ο JUPITER έφτασε τα 50, αγγίζοντας ένα μέγεθος που μέχρι πρότινος θεωρούνταν απαγορευτικό για οποιοδήποτε κλασικό σύστημα. Για να φτάσει σε αυτό το νούμερο, ο υπερυπολογιστής επιστράτευσε σχεδόν 2 petabytes μνήμης και χιλιάδες μονάδες GH200, αξιοποιώντας στο έπακρο την αρχιτεκτονική του που μόλις λίγες εβδομάδες πριν είχε τεθεί σε λειτουργία.
Στο επίκεντρο βρισκόταν το JUQCS-50, μια νέα εκδοχή του προσομοιωτή που επανασχεδιάστηκε ώστε να εκμεταλλεύεται τη συνδυαστική δύναμη CPU και GPU των NVIDIA Superchips. Μια εξελιγμένη τεχνική συμπίεσης δεδομένων, βασισμένη σε byte encoding, μείωσε τις μνημονικές ανάγκες κατά οκτώ φορές, ενώ ένας δυναμικός αλγόριθμος διαχειριζόταν συνεχώς τις ροές πληροφορίας μεταξύ περισσότερων από 16.000 υπολογιστικών μονάδων. Το αποτέλεσμα ήταν κάθε κβαντική πύλη να επιδρά πάνω σε αριθμούς που ξεπερνούν τα 2 τετράκις εκατομμύρια, όλα σε τέλεια χρονική ευθυγράμμιση.
Το JUQCS-50 δεν θα παραμείνει εσωτερικό εργαλείο του Jülich. Πολύ σύντομα, θα ενταχθεί στο περιβάλλον JUNIQ, μια υποδομή σχεδιασμένη για να ανοίξει τον δρόμο της κβαντικής έρευνας σε πανεπιστήμια, βιομηχανίες και startups σε όλη την Ευρώπη. Η δυνατότητα πρόσβασης σε προσομοιώσεις τέτοιου επιπέδου αποτελεί ισχυρό στρατηγικό πλεονέκτημα. Επιτρέπει σε ερευνητικές ομάδες και εταιρείες να δοκιμάζουν ιδέες, να εξελίσσουν αλγορίθμους και να προετοιμάζουν εφαρμογές πριν καν υπάρξει το αντίστοιχο κβαντικό μηχάνημα.
Το εγχείρημα γεννήθηκε στο πλαίσιο του JUPITER Research and Early Access Programme, το οποίο επέτρεψε την παράλληλη ανάπτυξη λογισμικού και hardware κατά τη διάρκεια της κατασκευής του συστήματος. Αυτή η σύμπλευση μηχανικών και ερευνητών αποδείχθηκε καταλυτική. Η προσαρμογή του λογισμικού πάνω στη δομή του υπερυπολογιστή (και όχι το αντίστροφο) έδωσε στον JUPITER το προβάδισμα, επιτρέποντας επιδόσεις που φαινόταν απρόσιτες.
Οι προσδοκίες γύρω από τον JUPITER, τον πρώτο ευρωπαϊκό υπερυπολογιστή exascale, ήταν ήδη τεράστιες. Η προσομοίωση των 50 qubits δείχνει ότι αυτές οι προσδοκίες δεν ήταν υπερβολικές. Φανερώνει επίσης μια κρίσιμη κατεύθυνση για τα επόμενα χρόνια: τη σύγκλιση κλασικής υπερυπολογιστικής ισχύος και κβαντικής έρευνας.
Διαβάστε επίσης