Σύνοψη
- Η Κίνα παρουσίασε, μέσω ντοκιμαντέρ του κρατικού δικτύου, τη νέα γενιά στρατιωτικών ρομπότ-σκύλων που λειτουργούν ως ενιαία «αγέλη» (wolf pack) για επιχειρήσεις σε αστικό περιβάλλον.
- Η τεχνολογία βασίζεται σε προηγμένους αλγορίθμους Τεχνητής Νοημοσύνης (AI) και edge computing, επιτρέποντας στα ρομπότ να μοιράζονται δεδομένα τηλεμετρίας και να δρουν απολύτως συντονισμένα.
- Η ενσωμάτωση γίνεται στο πλαίσιο ενός ευρύτερου οικοσυστήματος μη επανδρωμένων συστημάτων, το οποίο περιλαμβάνει υβριδικά drones και όπλα λέιζερ.
- Η εξέλιξη της αυτόνομης λήψης αποφάσεων από ρομποτικά σμήνη αναδιαμορφώνει τη στρατηγική παγκοσμίως, καθιστώντας επιτακτική την ενσωμάτωση αντίστοιχων αμυντικών συστημάτων και από τις ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις.
Τι είναι το σύστημα «Wolf Pack» των κινεζικών μη επανδρωμένων συστημάτων;
Το σύστημα «Wolf Pack» αποτελεί μια τακτική δικτυοκεντρικού πολέμου όπου πολλαπλά τετράποδα ρομπότ επικοινωνούν διαρκώς μεταξύ τους, χρησιμοποιώντας Τεχνητή Νοημοσύνη για να αναλύουν το πεδίο, να κατανέμουν ρόλους (ανίχνευση, κάλυψη, κρούση) και να επιχειρούν ως ενιαία μονάδα σε αστικά περιβάλλοντα, χωρίς να απαιτείται η διαρκής μικροδιαχείριση από ανθρώπινους χειριστές.
Η πρόσφατη παρουσίαση του κινεζικού Λαϊκού Απελευθερωτικού Στρατού (PLA) μέσω κρατικού ντοκιμαντέρ επιβεβαιώνει την ταχύτατη μετάβαση από τα μεμονωμένα, τηλεκατευθυνόμενα ρομπότ στα αυτόνομα σμήνη. Η προσέγγιση αυτή ακυρώνει την παραδοσιακή γραμμική λειτουργία των μη επανδρωμένων οχημάτων. Αντί ο χειριστής να ελέγχει απευθείας την κίνηση κάθε ρομπότ, δίνει μια γενική εντολή (π.χ. «ασφάλιση κτιρίου») και το δίκτυο των ρομπότ-σκύλων αναλαμβάνει την εκτέλεση.
Για να επιτευχθεί αυτή η ακρίβεια σε πραγματικές συνθήκες, τα συγκεκριμένα quadruped ρομπότ είναι εξοπλισμένα με συστοιχίες αισθητήρων LiDAR, οπτικές κάμερες υψηλής ανάλυσης και θερμικούς αισθητήρες. Το κλειδί, ωστόσο, δεν βρίσκεται στο hardware, αλλά στο λογισμικό. Η δημιουργία ενός αποκεντρωμένου (mesh) δικτύου επιτρέπει στα ρομπότ να ανταλλάσσουν δεδομένα τοπολογίας στον ελάχιστο δυνατό χρόνο (low latency). Εάν το προπορευόμενο ρομπότ εντοπίσει εμπόδιο ή στόχο, η πληροφορία μεταδίδεται ακαριαία στην υπόλοιπη «αγέλη», η οποία αναπροσαρμόζει τη θέση και τη στρατηγική της.
Τεχνητή Νοημοσύνη και Edge Computing στο πεδίο μάχης
Η ραγδαία εξέλιξη της Τεχνητής Νοημοσύνης (ακόμη και από δυτικές εταιρείες-κολοσσούς) επιταχύνει τη διαδικασία μάθησης των μηχανών. Σήμερα, η έμφαση δίνεται στην ικανότητα των ρομπότ να «αντιλαμβάνονται» το περιβάλλον τους χωρίς συνεχή σύνδεση με κεντρικούς διακομιστές. Αυτό επιτυγχάνεται μέσω του edge computing, όπου η επεξεργασία των δεδομένων γίνεται πάνω στο ίδιο το μηχάνημα.
Η μάχη σε αστικό ιστό παρουσιάζει ακραίες προκλήσεις: σκάλες με ακανόνιστο ύψος, συντρίμμια, κατεστραμμένα οδοστρώματα και κλειστοί χώροι όπου το σήμα GPS είναι ανύπαρκτο. Τα τετράποδα ρομπότ υπερτερούν σε σχέση με τα ερπυστριοφόρα οχήματα σε αυτά τα περιβάλλοντα, καθώς μπορούν να μιμηθούν την εμβιομηχανική των ζώων, ανακτώντας την ισορροπία τους εάν δεχθούν χτύπημα ή γλιστρήσουν. Η λειτουργία της «αγέλης λύκων» σημαίνει ότι τα ρομπότ καλύπτουν το ένα το άλλο. Ορισμένα φέρουν βαρύτερο οπλισμό (όπως ενσωματωμένα τυφέκια εφόδου στην πλάτη), ενώ άλλα λειτουργούν ως «ανιχνευτές», μεταφέροντας ελαφρύτερο εξοπλισμό με μπαταρίες μεγαλύτερης διάρκειας για την αποτύπωση του χώρου.
Η ενσωμάτωση με υβριδικά drones και όπλα λέιζερ
Το οικοσύστημα δεν περιορίζεται στο έδαφος. Στο ίδιο υλικό γίνεται αναφορά σε συστήματα λέιζερ και μικρά drones, τα οποία ολοκληρώνουν το δίκτυο. Πρόσφατα, δοκιμάστηκε στην Κίνα ένα νέο υβριδικό σύστημα πρόωσης για μικρά drones μάχης. Συνδυάζοντας την παραγωγή ενέργειας από καύσιμο με την αθόρυβη λειτουργία των ηλεκτροκινητήρων, τα drones αυτά πετυχαίνουν μεγαλύτερη εμβέλεια, χαμηλότερο θερμικό ίχνος και ελάχιστο θόρυβο.
Ο συνδυασμός αυτός δημιουργεί έναν τρισδιάστατο θόλο απειλής. Τα υβριδικά drones παρέχουν επιτήρηση από αέρος, στέλνοντας δεδομένα στα ρομπότ-σκύλους στο έδαφος. Τα συστήματα λέιζερ υψηλής ενέργειας μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την εξουδετέρωση εχθρικών οπτικών αισθητήρων ή μικρών εχθρικών drones. Το αποτέλεσμα είναι ένα τακτικό πλεονέκτημα βασισμένο στον τεχνολογικό κορεσμό της άμυνας του αντιπάλου.
Τι σημαίνει αυτό για την Ελλάδα και την Ευρώπη;
Η εξέλιξη αυτών των συστημάτων δεν αφορά αποκλειστικά τις υπερδυνάμεις. Το κόστος κατασκευής των τετράποδων ρομπότ (ιδίως από κινεζικές εταιρείες που ηγούνται της βιομηχανικής παραγωγής) μειώνεται σταθερά, καθιστώντας τα προσβάσιμα και σε μικρότερους στρατούς ή μη κρατικούς δρώντες. Για την ελληνική πραγματικότητα, τα δεδομένα είναι κρίσιμα. Η μορφολογία του εδάφους σε παραμεθόριες περιοχές και νησιά απαιτεί ευελιξία, κάτι που τα συμβατικά οχήματα δεν μπορούν πάντα να προσφέρουν.
Ο Ελληνικός Στρατός προχωρά στον εκσυγχρονισμό των μη επανδρωμένων συστημάτων του, δίνοντας έμφαση στα συστήματα anti-drone (ο λεγόμενος «ελληνικός θόλος»). Ωστόσο, η ενσωμάτωση ρομποτικών συστημάτων εδάφους για περιπολία, φύλαξη κρίσιμων εγκαταστάσεων και εμπλοκή σε ασύμμετρες απειλές, παραμένει επιβεβλημένη. Η αγορά αμυντικού υλικού στρέφεται πλέον στο λογισμικό. Δεν αρκεί η απόκτηση των ρομπότ-σκύλων, αλλά η ικανότητα των εγχώριων εταιρειών αμυντικής τεχνολογίας να αναπτύξουν αλγορίθμους προσαρμοσμένους στις ανάγκες του Αιγαίου ή του Έβρου, διασφαλίζοντας παράλληλα κρυπτογραφημένες επικοινωνίες.
Η ευρωπαϊκή αμυντική βιομηχανία καλείται να αντιμετωπίσει την τεχνολογική πίεση, αναπτύσσοντας αντίστοιχα συστήματα που συμμορφώνονται με τους αυστηρότερους κανόνες περί χρήσης αυτόνομων φονικών όπλων. Η πρόκληση για χώρες όπως η Ελλάδα είναι η εύρεση της ισορροπίας μεταξύ της προμήθειας οικονομικά αποδοτικών συστημάτων και της διασφάλισης της στρατηγικής αυτονομίας.