JBL GO 5 Review: Ο βασιλιάς της παραλίας επέστρεψε δριμύτερος

Add as preferred source on Google

Το καλοκαίρι πλησιάζει απειλητικά και η ιεροτελεστία της προετοιμασίας του ταξιδιωτικού σακιδίου έχει ήδη αρχίσει να τριγυρνά στο μυαλό μας. Μαγιό, αντηλιακό, γυαλιά ηλίου και, φυσικά, το απαραίτητο soundtrack που θα ντύσει τις αναμνήσεις μας. Προσωπικά, μου είναι αδύνατο να φανταστώ μια ολοήμερη εξόρμηση στις παραλίες της Χαλκιδικής, μια ορεινή πεζοπορία στα καταπράσινα μονοπάτια της Πίνδου ή ένα χαλαρό απόγευμα στο μπαλκόνι με την παρέα, χωρίς την κατάλληλη μουσική υπόκρουση.

Εδώ ακριβώς ξεκινά η παραδοσιακή αναζήτηση για το ιδανικό φορητό ηχείο Bluetooth. Η σειρά GO της JBL αποτελούσε ανέκαθεν τον ορισμό της χρυσής τομής για όσους αναζητούσαν κάτι εξαιρετικά μικρό, αξιόπιστο και οικονομικά προσιτό. Πρόσφατα έπιασα στα χέρια μου το ολοκαίνουργιο JBL GO 5, το οποίο έρχεται φορτωμένο με υποσχέσεις για πιο πλούσιο ήχο, έξυπνες προσθήκες και αντοχή που προκαλεί ακόμα και τον πιο απρόσεκτο χρήστη. Ύστερα από αρκετές ημέρες εντατικής δοκιμής σε πραγματικές, καθημερινές και ταξιδιωτικές συνθήκες, έφτασε η ώρα να αναλύσουμε κάθε πτυχή αυτής της μικροσκοπικής οπτικοακουστικής βόμβας σε αυτό το review.

Η εμπειρία ξεκινά ήδη από την συσκευασία, η οποία μαρτυρά την περιβαλλοντική συνείδηση της εταιρείας. Το κουτί είναι κατασκευασμένο από χαρτί πιστοποιημένο κατά FSC και τυπωμένο με μελάνι σόγιας, αφήνοντας οριστικά στο παρελθόν τα περιττά πλαστικά που συνήθως καταλήγουν στα σκουπίδια. Βγάζοντας το JBL GO 5 από τη συσκευασία του, η πρώτη επαφή σε κερδίζει αμέσως, καθώς ο συμπαγής και γνώριμος σχεδιασμός επιστρέφει βελτιωμένος. Με διαστάσεις που αγγίζουν μόλις τα 101 x 77 x 43 χιλιοστά και βάρος στα 230 γραμμάρια, δικαιώνει απόλυτα τον τίτλο του ως το απόλυτο "τσέπης" ηχείο. Κρύβεται κυριολεκτικά στην παλάμη του χεριού σου και δεν καταλαμβάνει τον παραμικρό ωφέλιμο χώρο στην τσάντα θαλάσσης. Το χαρακτηριστικό υφασμάτινο περίβλημα, φτιαγμένο εν μέρει από ανακυκλωμένα υλικά, διαθέτει μια υπέροχη, τραχιά υφή που εξασφαλίζει σταθερό κράτημα ακόμα και με βρεγμένα χέρια. Στο κάτω μέρος, οι στρατηγικά τοποθετημένες λωρίδες σιλικόνης φροντίζουν ώστε η συσκευή να παραμένει καρφωμένη στο τραπέζι, απορροφώντας τους κραδασμούς από τις χαμηλές συχνότητες.

Εκείνο όμως που μαγνητίζει κατευθείαν το βλέμμα είναι η νέα προσθήκη του περιμετρικού φωτισμού, την οποία η εταιρεία ονομάζει WINK. Πρόκειται για δύο διακριτικές αλλά φωτεινές λωρίδες LED στο πάνω και κάτω μέρος της πρόσοψης, οι οποίες ακολουθούν τον ρυθμό της μουσικής. Όταν ο ήλιος αρχίζει να δύει και η φωτιά στην παραλία ανάβει, ο φωτισμός αυτός προσφέρει μια εξαιρετική οπτική πινελιά που φτιάχνει τη διάθεση. Πέρα από την καθαρά αισθητική του λειτουργία, ο φωτισμός είναι και εξαιρετικά πρακτικός. Χρησιμεύει ως οπτική ένδειξη για τη στάθμη της μπαταρίας, την επιτυχή σύζευξη Bluetooth ή την ενεργοποίηση της λειτουργίας Auracast, καταργώντας την ανάγκη να μαντεύεις τι συμβαίνει στο εσωτερικό της συσκευής. Το μεγάλο λογότυπο κυριαρχεί περήφανα στην πρόσοψη, όντας ελαφρώς ανασχεδιασμένο και "κούφιο", ώστε να επιτρέπει στον ήχο να δραπετεύει πιο ελεύθερα από τον εσωτερικό οδηγό, ενώ η ενσωματωμένη θηλιά στο πλάι παραμένει το πιο έξυπνο εργαλείο για να το κρεμάσεις στην ομπρέλα, στη σκηνή του κάμπινγκ ή στο τιμόνι του ποδηλάτου σου.

Όταν μιλάμε για μια συσκευή που προορίζεται να ζήσει το έντονο ελληνικό καλοκαίρι, η ανθεκτικότητα δεν είναι απλώς ένα επιπλέον χαρακτηριστικό, αλλά το κρισιμότερο κριτήριο επιλογής. Το νέο μοντέλο έρχεται θωρακισμένο με πιστοποίηση IP68. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι είναι απολύτως στεγανό απέναντι στην ψιλή σκόνη, την άμμο και το χώμα, ενώ μπορεί να βυθιστεί σε γλυκό νερό μέχρι ενάμιση μέτρο βάθος για τριάντα λεπτά χωρίς να πάθει την παραμικρή ζημιά. Σε περίπτωση, λοιπόν, που σας πέσει στην πισίνα ή τη θάλασσα, λερωθεί με άμμο ή ακόμα και αντιηλιακό, η συντήρηση του απαιτεί απλώς ένα γρήγορο ξέβγαλμα κάτω από τη βρύση για να επιστρέψει στην αρχική του, άψογη κατάσταση. Φυσικά, καλό είναι να θυμόμαστε ότι το αλάτι της θάλασσας είναι διαβρωτικό μακροπρόθεσμα, οπότε το ξέπλυμα με γλυκό νερό μετά την παραλία κρίνεται επιβεβλημένο. Επιπρόσθετα, η στιβαρή κατασκευή του έχει σχεδιαστεί για να απορροφά τους κραδασμούς και να αντέχει σε τυχαίες πτώσεις, γλυτώνοντας σας από μικρά εμφράγματα κάθε φορά που ενδέχεται να γλιστρήσει.

Περνώντας στο ουσιαστικότερο κομμάτι, την ηχητική απόδοση, το JBL GO 5 καταφέρνει να κοροϊδέψει τους νόμους της φυσικής. Στο εσωτερικό του φιλοξενεί έναν αναβαθμισμένο οδηγό 45mm, ο οποίος πλέον αποδίδει ισχύ 4.8W RMS. Η αύξηση αυτή μπορεί να ακούγεται μικρή στα χαρτιά, ωστόσο στην πράξη η διαφορά είναι αισθητή. Ο ήχος είναι εκπληκτικά καθαρός, γεμάτος και κυρίως, δυνατός. Αναπαράγοντας απαιτητικά κομμάτια ηλεκτρονικής μουσικής ή δυναμικά ροκ τραγούδια, η διαύγεια στα φωνητικά και στις υψηλές συχνότητες παραμένει κρυστάλλινη, ακόμα και όταν η ένταση σκαρφαλώνει στο μέγιστο, με την παραμόρφωση να είναι πρακτικά ανύπαρκτη. Όσον αφορά το μπάσο, αν και κανένα ηχείο τέτοιου μεγέθους δεν μπορεί να κάνει τα τζάμια να τρίζουν, η συγκεκριμένη υλοποίηση προσφέρει έναν αξιοπρεπέστατο και σφιχτό παλμό που γίνεται άμεσα αισθητός, ειδικά αν τοποθετήσεις τη συσκευή πάνω σε μια ξύλινη επιφάνεια που θα λειτουργήσει ως αντήχηση.

Η ακουστική εμπειρία ωστόσο δεν σταματά στο hardware. Απογειώνεται μέσω του λογισμικού και συγκεκριμένα μέσω της εφαρμογής JBL Portable. Σε αντίθεση με παλαιότερα χρόνια όπου ο έλεγχος εξαντλούνταν σε ένα απλό play/pause, εδώ έχουμε στη διάθεση μας ένα πλήρες και λεπτομερές equalizer (EQ) επτά ζωνών. Η ελευθερία που σου δίνει να προσαρμόσεις τον ήχο στα δικά σου μέτρα είναι φανταστική. Διαπίστωσα πως, ρίχνοντας ελαφρώς τις μεσαίες συχνότητες και τονίζοντας διακριτικά τις υψηλές, τα ακουστικά τραγούδια αποκτούσαν μια ενδιαφέρουσα ζεστασιά και καθαρότητα, ιδανική για τα ήσυχα βράδια στο μπαλκόνι. Παράλληλα, μέσα από την ίδια εφαρμογή, μπορείς να ελέγξεις πλήρως τη συμπεριφορά του περιμετρικού φωτισμού, διαλέγοντας ανάμεσα σε έτοιμα μοτίβα, προσαρμόζοντας έτσι την οπτική ατμόσφαιρα στην ενέργεια της στιγμής.

Στον τομέα της συνδεσιμότητας, η εταιρεία αποφάσισε να μην κάνει απολύτως καμία έκπτωση, ενσωματώνοντας το πιο σύγχρονο πρωτόκολλο Bluetooth 6.0. Αυτό μεταφράζεται σε μια αδιαπέραστη και σταθερή ασύρματη σύνδεση, εξαιρετική εμβέλεια που σου επιτρέπει να απομακρυνθείς αρκετά μέτρα χωρίς διακοπές, και υποστήριξη προηγμένων codecs όπως το LC3. Το πραγματικό τεχνολογικό πάρτι, όμως, ξεκινά με τις λειτουργίες AirTouch και Auracast. Αν έχεις στην κατοχή σου δύο JBL GO 5, η δημιουργία ενός πραγματικού στερεοφωνικού ζεύγους είναι πλέον ζήτημα ενός αγγίγματος. Χάρη στο AirTouch, απλώς ακουμπάς τα δύο ηχεία μεταξύ τους, ακούς τον χαρακτηριστικό ήχο επιβεβαίωσης και αυτόματα ο ήχος διαχωρίζεται στο αριστερό και δεξί κανάλι, προσφέροντας μια ευρύτατη ηχητική σκηνή. Αν πάλι η παρέα είναι μεγάλη και ο χώρος απλώνεται, η υποστήριξη Auracast έρχεται να λύσει τα χέρια σου, επιτρέποντας την ταυτόχρονη, ασύρματη σύνδεση πολλών συμβατών ηχείων για να πολλαπλασιάσεις την ένταση χωρίς καμία καθυστέρηση στον συγχρονισμό. Μια απρόσμενη αλλά άκρως καλοδεχούμενη έκπληξη είναι και η δυνατότητα αναπαραγωγής ήχου υψηλής πιστότητας μέσω της θύρας USB-C. Ναι, η θύρα φόρτισης λειτουργεί πλέον και ως ψηφιακή είσοδος, ενσωματώνοντας τον δικό της μετατροπέα (DAC), κάτι που σου επιτρέπει να συνδέσεις το ηχείο ενσύρματα στο laptop σου και να απολαύσεις μουσική χωρίς τις απώλειες συμπίεσης των ασύρματων συνδέσεων.

Φτάνοντας στο ευαίσθητο ζήτημα της αυτονομίας, τα συναισθήματα είναι ελαφρώς ανάμεικτα. Η ενσωματωμένη μπαταρία των 1000 mAh υπόσχεται έως και οκτώ ώρες συνεχόμενης αναπαραγωγής, παρόλα αυτά, στις δοκιμές μου, διατηρώντας την ένταση περίπου στο 70% και έχοντας ενεργοποιημένο τον περιμετρικό φωτισμό, ο πραγματικός χρόνος ζωής κυμάνθηκε λίγο πάνω από τις έξι ώρες. Για μια συνηθισμένη επίσκεψη στην παραλία, η διάρκεια αυτή είναι παραπάνω από επαρκής. Ωστόσο, για μια ολοήμερη εκδρομή ή ένα πάρτι που θα κρατήσει μέχρι τις πρώτες πρωινές ώρες, ενδέχεται να χρειαστείς τη συνδρομή ενός power bank. 

Για να αντιμετωπίσει αυτή τη συνθήκη, η εφαρμογή προσφέρει τη λειτουργία Playtime Boost, η οποία υπόσχεται να παρατείνει τη διάρκεια ζωής κατά δύο επιπλέον ώρες, φτάνοντας συνολικά το δεκάωρο. Η συγκεκριμένη λειτουργία κάνει ακριβώς αυτό που υπόσχεται, αλλά το πετυχαίνει "κόβοντας" δραστικά τις χαμηλές συχνότητες, οι οποίες απαιτούν τη μεγαλύτερη ενέργεια για να αναπαραχθούν, με αποτέλεσμα είναι ο ήχος να γίνεται αισθητά πιο επίπεδος και ρηχός. Αποτελεί μια εξαιρετική λύση ανάγκης όταν βρίσκεσαι μακριά από πρίζες και το μόνο που σε νοιάζει είναι να μην σταματήσει η μουσική, αλλά δεν ενδείκνυται όταν θέλεις να απολαύσεις τα αγαπημένα σου κομμάτια στο έπακρο. Ο χρόνος πλήρους φόρτισης διαρκεί περίπου τρεις ώρες, ένα νούμερο που φαντάζει ελαφρώς αναχρονιστικό στην εποχή των ταχυφορτιστών, συνεπώς οφείλεις να είσαι προνοητικός και να το φορτίζεις πλήρως από το προηγούμενο βράδυ.

Συγκεντρώνοντας τις σκέψεις μου και βάζοντας τα δεδομένα στη ζυγαριά της κριτικής, η πλάστιγγα γέρνει συντριπτικά υπέρ των πλεονεκτημάτων του νέου ηχείου. Το μεγαλύτερο και σημαντικότερο προτέρημα του είναι αναμφίβολα η ποιότητα και η ένταση του ήχου σε αναλογία με το μέγεθός του. Είναι πραγματικά εντυπωσιακό το πόσο καθαρός και δυναμικός ήχος μπορεί να παραχθεί από έναν τόσο περιορισμένο θάλαμο. Παράλληλα, η θωρακισμένη, αδιάβροχη και ανθεκτική στις πτώσεις κατασκευή του, σε απαλλάσσει από το άγχος της προστασίας του κατά τη διάρκεια των διακοπών. Οπτικά, ο νέος φωτισμός LED προσθέτει ανέλπιστους πόντους στην ατμόσφαιρα μιας βραδιάς, καθιστώντας το αντικείμενο προσοχής. Επιπλέον, το λογισμικό της εφαρμογής, η εξαιρετικά σταθερή σύνδεση Bluetooth 6.0, οι καινοτομίες των AirTouch και Auracast, καθώς και η ενσύρματη αναπαραγωγή χωρίς απώλειες, συνθέτουν ένα τεχνολογικό υπόβαθρο που συναντάμε σπάνια σε αυτή την κατηγορία τιμής.

Από την άλλη πλευρά, περνώντας στα μειονεκτήματα, η διαχείριση της ενέργειας αποτελεί το βασικότερο σημείο που επιδέχεται βελτίωσης. Μολονότι ο χώρος στο εσωτερικό της συσκευής είναι εκ των πραγμάτων περιορισμένος, η διατήρηση της χωρητικότητας της μπαταρίας στα ίδια επίπεδα με το παρελθόν δημιουργεί έναν μικρό προβληματισμό. Θα προτιμούσα ένα οριακά πιο βαρύ ή ογκώδες ηχείο, αν αυτό σήμαινε ότι η μπαταρία θα άντεχε δώδεκα ή δεκατέσσερις ώρες πραγματικής χρήσης, εξαλείφοντας οριστικά την εξάρτηση από τα καλώδια ρεύματος στην ύπαιθρο. Παρομοίως, ο χρόνος φόρτισης των τριών ωρών απαιτεί προγραμματισμό από την πλευρά του χρήστη, ενώ ο ηχητικός συμβιβασμός που επιβάλλει η λειτουργία Playtime Boost, αν και λογικός από τεχνικής άποψης, δεν παύει να αφαιρεί από τη χαρά της ακρόασης.

Συνοψίζοντας την εμπειρία μου, το JBL GO 5 αποδεικνύεται μια εξαιρετικά μελετημένη και τίμια αγορά που δικαιολογεί μέχρι και το τελευταίο ευρώ του κόστους του. Απευθύνεται ξεκάθαρα σε εκείνον τον χρήστη, τον ταξιδιώτη, τον φυσιολάτρη ή απλώς τον λάτρη της παρέας, που αρνείται πεισματικά να θυσιάσει την ευκολία της μεταφοράς, αλλά ταυτόχρονα δεν δέχεται να συμβιβαστεί με την ακουστική μετριότητα ενός φθηνού ηχείου αγνώστου προελεύσεως. Με την τιμή του να παραμένει κάτω από το ψυχολογικό όριο των €50, προσφέρει ένα πακέτο αξιοπιστίας, τεχνολογίας και ηχητικής καθαρότητας που πολύ δύσκολα θα βρει άξιο αντίπαλο στην αγορά.

*Μπορείτε πλέον να προσθέσετε το Techgear.gr ως Προτιμώμενη Πηγή ενημέρωσης για τις αναζητήσεις σας στο Google Search!

Loading