Σύνοψη
- Επιτυχής μετάδοση δεδομένων με κβαντική ασφάλεια (QSI) μέσω δορυφόρου μεταξύ Ελλάδας και Κύπρου από την Sparkle και την Hellas Sat.
- Η δορυφορική σύνδεση καλύπτει μια συνολική απόσταση 72.000 χιλιομέτρων, περιλαμβάνοντας το ανέβασμα δεδομένων από την Κύπρο και το κατέβασμά τους στο data center της Sparkle στη Μεταμόρφωση Αττικής.
- Η αρχιτεκτονική προστατεύει από την τακτική «αποθήκευση τώρα, αποκρυπτογράφηση αργότερα» και από μελλοντικές επιθέσεις υπερυπολογιστών.
- Η τεχνολογία εφαρμόζεται μέσω λογισμικού για εύκολη ενσωμάτωση και αυτόματη εναλλαγή κλειδιών κρυπτογράφησης στα υπάρχοντα τηλεπικοινωνιακά δίκτυα.
Η συνεχής εξέλιξη των κβαντικών υπολογιστών δημιουργεί άμεσες προκλήσεις για την ασφάλεια των τηλεπικοινωνιακών δικτύων, καθιστώντας αναγκαία την υιοθέτηση προηγμένων μεθόδων κρυπτογράφησης που μπορούν να θωρακίσουν μακροπρόθεσμα τη μετάδοση ευαίσθητων δεδομένων.
Η ιταλική εταιρεία τηλεπικοινωνιών Sparkle, η οποία αποτελεί τον μεγαλύτερο πάροχο της Ιταλίας με παγκόσμια παρουσία, και η Hellas Sat, κορυφαίος πάροχος δορυφορικών τηλεπικοινωνιών που λειτουργεί τρεις γεωστατικούς δορυφόρους, ανακοίνωσαν την επιτυχή υλοποίηση της πρώτης κβαντικά ασφαλούς δορυφορικής σύνδεσης η οποία ενώνει άμεσα την Ελλάδα με την Κύπρο. Το επίτευγμα ακολουθεί την προηγούμενη επιτυχημένη δοκιμή μιας ασφαλούς επίγειας σύνδεσης, γνωστής ως πρωτόκολλο IPsec, ανάμεσα σε δύο κέντρα δεδομένων εντός της ελληνικής επικράτειας, επεκτείνοντας πλέον την προηγμένη προστασία σε μια ζωντανή δορυφορική γραμμή μετάδοσης πληροφοριών.
Η συνολική διαδρομή που διανύουν τα δεδομένα μέσω του δορυφορικού δικτύου προσεγγίζει σε απόσταση περίπου τα 72.000 χιλιόμετρα στο σύνολο της. Η ροή των δεδομένων περιλαμβάνει αρχικά το ανέβασμα (uplink) από τις υπερσύγχρονες τηλεπικοινωνιακές εγκαταστάσεις της Hellas Sat στην Κύπρο προς τον δορυφόρο, καθώς και το μετέπειτα κατέβασμα (downlink) προς το κέντρο δεδομένων που διατηρεί η Sparkle στην περιοχή της Μεταμόρφωσης στην Αθήνα. Η καινοτόμος τεχνολογία που αξιοποιείται ονομάζεται Quantum Safe Interconnect (QSI) και έχει αναπτυχθεί από τη Sparkle με κύριο σκοπό να προστατεύει τα ευαίσθητα δεδομένα από τη διαδεδομένη τακτική της «αποθήκευσης τώρα, αποκρυπτογράφησης αργότερα». Η πρακτική αφορά περιπτώσεις όπου κακόβουλοι χρήστες υποκλέπτουν τώρα κρυπτογραφημένα δεδομένα με απώτερο σκοπό να τα αποκρυπτογραφήσουν στο μέλλον χρησιμοποιώντας εξαιρετικά ισχυρότερους κβαντικούς υπολογιστές.
Το σύστημα QSI επιτυγχάνει την υψηλή προστασία του δικτύου μέσω της απολύτως ασφαλούς αποστολής και της αυτόματης εναλλαγής των κλειδιών κρυπτογράφησης μεταξύ των συνδεδεμένων τερματικών σταθμών. Επειδή η αρχιτεκτονική του QSI λειτουργεί αμιγώς ως λογισμικό, το σύστημα ενσωματώνεται ομαλά στα ήδη υπάρχοντα τηλεπικοινωνιακά δίκτυα και στα υφιστάμενα συστήματα ασφαλείας των εταιρειών, επιτρέποντας στους επιχειρησιακούς πελάτες να αναβαθμίζουν σταδιακά την ασφάλειά τους σε πολλαπλές τοποθεσίες χωρίς να απαιτείται η αντικατάσταση του υφιστάμενου βασικού εξοπλισμού.
Σύμφωνα με τη δήλωση της Antonella Sanguineti, η οποία κατέχει τη θέση της Head of Networking, Cloud, Security & Identity Solutions στη Sparkle, η επέκταση της τεχνολογίας QSI στις δορυφορικές επικοινωνίες σε στενή συνεργασία με την Hellas Sat αποδεικνύει στην πράξη ότι η προστασία μπορεί να εφαρμοστεί παντού, καλύπτοντας επίγεια δίκτυα, δορυφόρους και διαφορετικά περιβάλλοντα λειτουργίας. Με τον τρόπο αυτόν, ανοίγουν νέες προοπτικές για οργανισμούς που χρειάζονται απόλυτα ασφαλή και ανθεκτική συνδεσιμότητα σε απομακρυσμένες περιοχές.
Από την πλευρά της Hellas Sat, ο Κωνσταντίνος Κασσιανίδης, Director Ground Operations, δήλωσε επίσημα ότι το νέο επίτευγμα αποτελεί σταθμό στη συνεργασία των δύο εταιρειών, διότι ο συνδυασμός των δορυφορικών υποδομών με τη λύση QSI της Sparkle επιτρέπει την άμεση εξέταση της εμπορικής διάθεσης κβαντικά ασφαλών δορυφορικών υπηρεσιών, οι οποίες απευθύνονται σε επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται σε δύσβατα, απομακρυσμένα και κρίσιμης σημασίας σημεία. Η εξέλιξη ενισχύει περαιτέρω τον στρατηγικό ρόλο της Ελλάδας ως βασικού κόμβου δοκιμών και ανάπτυξης τεχνολογιών ασφάλειας επόμενης γενιάς, στηριζόμενη στις προηγούμενες επιτυχημένες δοκιμές που πραγματοποιήθηκαν στη χώρα στις αρχές του 2026 και επιβεβαιώνοντας τη σημαντική συμβολή της εγχώριας αγοράς στην ευρωπαϊκή καινοτομία των τηλεπικοινωνιών.