The NewZealand Story: Untold Adventure Review – Κλείνοντας ανοιχτούς λογαριασμούς από τα 80s

Όσοι μεγαλώσαμε τη δεκαετία του ’80, έχουμε μερικές πολύ συγκεκριμένες εικόνες χαραγμένες στον σκληρό δίσκο του μυαλού μας. Σκοτεινά μαγαζιά, ΠΑΣΟΚ, τρέλα για τον Άρη μας, μυρωδιά από τσιγάρο, ο εκκωφαντικός θόρυβος από δεκάδες καμπίνες arcade να ουρλιάζουν ταυτόχρονα και εμείς να ψάχνουμε απεγνωσμένα στις τσέπες μας για εκείνο το τελευταίο εικοσάρικο (δραχμές έτσι;) που θα μας έδινε μια ακόμα ευκαιρία. Μέσα σε αυτό το χάος, υπήρχε ένα παιχνίδι που με είχε στοιχειώσει. Το The NewZealand Story. Ένα παιχνίδι που, πίσω από τα γλυκύτατα γραφικά του με τα χαριτωμένα kiwi (τα πουλιά, όχι τα φρούτα) και τα φωτεινά χρώματα, έκρυβε μια σαδιστική, σχεδόν τιμωρητική δυσκολία. Ήταν ξεκάθαρα ένα από τα πιο αγαπημένα μου παιχνίδια εκείνης της εποχής, αλλά ποτέ δεν κατάφερα να δω τους τίτλους τέλους. Τα νομίσματα στέρευαν πάντα νωρίτερα από την υπομονή μου, αφήνοντας μου ένα τεράστιο, ανικανοποίητο απωθημένο. Για χρόνια περίμενα με σχεδόν εμμονική ανυπομονησία ένα remake που θα μου έδινε την ευκαιρία να κλείσω αυτούς τους ανοιχτούς λογαριασμούς. Και κάπως έτσι, φτάσαμε στο The NewZealand Story: Untold Adventure.

Όταν εγκατέστησα το παιχνίδι, σκέφτηκα αμέσως ότι αυτή ήταν η απόλυτη ευκαιρία να δώσω ένα μάθημα ιστορίας στον 9χρονο γιο μου. Ήθελα να καθίσουμε μαζί στην οθόνη και να του συστήσω αυτού του είδους τα games, για να καταλάβει επιτέλους από πρώτο χέρι πόσο αφόρητα δύσκολα ήταν τα πράγματα στο gaming εκείνα τα χρόνια. Ήθελα να δει τι σήμαινε να χάνεις μια ζωή επειδή έκανες ένα λάθος χιλιοστού και να πρέπει να ξεκινήσεις από την αρχή, χωρίς checkpoints, χωρίς auto-saves, χωρίς συγχώρεση. Είχα ετοιμάσει ολόκληρο τον πατρικό μονόλογο για την επιμονή και την υπομονή.

Τελικά, η πραγματικότητα με διέψευσε πανηγυρικά, αλλά με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Το Untold Adventure δεν έχει καμία απολύτως διάθεση να σου σπάσει τα νεύρα όπως ο arcade πρόγονός του. Η ομάδα ανάπτυξης αποφάσισε να διευκολύνει δραματικά την κατάσταση, ενσωματώνοντας σύγχρονους μηχανισμούς ποιότητας ζωής που κάνουν την εμπειρία απρόσμενα προσβάσιμη. Έχεις πλέον άφθονες ευκαιρίες, τα checkpoints είναι τοποθετημένα στρατηγικά ώστε να μη νιώθεις ποτέ ότι χάνεις άδικα τον χρόνο σου, και η γενικότερη καμπύλη δυσκολίας έχει εξομαλυνθεί σε βαθμό που το παιχνίδι συγχωρεί τα λάθη σου. 

Λόγω ακριβώς αυτών των διευκολύνσεων, το αρχικό μου σχέδιο να δείξω στον μικρό την "κόλαση" των 80s πήγε περίπατο, αλλά στη θέση του πήρα κάτι πολύ καλύτερο: καταφέραμε να το τερματίσουμε παρέα μέσα σε μόλις δύο με τρεις ημέρες χαλαρού παιχνιδιού για τις ανάγκες αυτού του review. Ήταν μια φανταστική εμπειρία συνεργασίας και δεσίματος που μάλλον δεν θα είχαμε αν το παιχνίδι διατηρούσε την αρχική του, τιμωρητική μορφή, η οποία πιθανότατα θα τον είχε αποθαρρύνει στο πρώτο μισάωρο.

Περνώντας στο καθαρά τεχνικό κομμάτι και ξεκινώντας από την οπτική αναβάθμιση, τα συναισθήματά μου είναι ελαφρώς ανάμεικτα, και εδώ είναι που δεν θέλω να χρυσώσω το χάπι σε κανέναν. Ναι, το παιχνίδι είναι όμορφο. Τα περιβάλλοντα έχουν σχεδιαστεί από την αρχή, τα χρώματα είναι ζωντανά, και ο πρωταγωνιστής μας, ο Tiki, δείχνει πιο εκφραστικός από ποτέ. Υπάρχει μια καθαρότητα στην εικόνα που ταιριάζει στα σημερινά δεδομένα και κάνει την παρακολούθηση της δράσης πολύ εύκολη. Ωστόσο, κάπου στην πορεία από τα pixels στα καθαρά διανυσματικά γραφικά, χάθηκε ένα κομμάτι από την ψυχή του πρωτότυπου. Η εικόνα μοιάζει μερικές φορές υπερβολικά αποστειρωμένη, σαν να βγήκε από κάποιο σύγχρονο εργαλείο δημιουργίας mobile games. Δεν είναι άσχημο, κάθε άλλο, αλλά του λείπει αυτή η χαρακτηριστική βρωμιά και η αιχμηρότητα της CRT οθόνης που έδινε χαρακτήρα στο πρωτότυπο.

Το μεγαλύτερο ίσως ατόπημα της παραγωγής, για το οποίο δεν βρίσκω απολύτως καμία δικαιολογία εν έτει 2026, είναι η απουσία ενός retro διακόπτη. Όταν αναλαμβάνεις να αναστήσεις ένα μνημείο της arcade ιστορίας, η δυνατότητα να πατήσεις ένα κουμπί και να δεις τα αυθεντικά γραφικά της δεκαετίας του '80 είναι πλέον ο κανόνας, όχι η εξαίρεση. Είναι μια λειτουργία που περιμένουν οι βετεράνοι, και η απουσία της στο Untold Adventure χτυπάει πολύ άσχημα. Θα ήθελα να μπορούσα να δείξω στον γιο μου πώς ακριβώς έβλεπα εγώ το παιχνίδι στην ηλικία του, αλλά αυτή η γέφυρα με το παρελθόν δυστυχώς έχει κοπεί οριστικά.

Στον τομέα του gameplay, ο πυρήνας του παιχνιδιού ευτυχώς παραμένει το ίδιο εθιστικός. Η κεντρική ιδέα του να ελέγχεις τον Tiki, ο οποίος τρέχει, πηδάει, ρίχνει βέλη και – το κυριότερο – κλέβει τα μπαλόνια και τα οχήματα των εχθρών του για να περιηγηθεί στις πίστες, λειτουργεί εξίσου καλά σήμερα όσο και τότε. Υπάρχει μια μοναδική ικανοποίηση στο να καταρρίπτεις έναν εχθρό και να προλαβαίνεις να πηδήξεις πάνω στο μπαλόνι του πριν αυτό χαθεί, προκειμένου να φτάσεις σε μια πλατφόρμα που διαφορετικά θα ήταν απρόσιτη. Αυτή η μηχανική της εναέριας πλοήγησης μέσα από λαβύρινθους γεμάτους καρφιά παραμένει το δυνατότερο χαρτί του τίτλου.

Εκεί όμως που αρχίζουν τα προβλήματα, και τα οποία γίνονται εύκολα αντιληπτά από όποιον έχει ασχοληθεί σοβαρά με το αρχικό παιχνίδι, είναι η αίσθηση του βάρους και της φυσικής. Στο παλιό The NewZealand Story, ο έλεγχος ήταν απόλυτα σφιχτός και άμεσος. Κάθε άλμα είχε συγκεκριμένη τροχιά και το hit detection (το πού ακριβώς ακουμπάει ο χαρακτήρας) ήταν αλάνθαστο σε επίπεδο pixel. Στο Untold Adventure, υπάρχει μια ελαφριά, αλλά υπαρκτή, αίσθηση "γλιστρήματος". Ο Tiki νιώθει ελάχιστα πιο ελαφρύς από όσο θα έπρεπε, και οι νέοι, πιο στρογγυλεμένοι σχεδιασμοί των χαρακτήρων και των εμποδίων δημιουργούν συχνά σύγχυση ως προς το πού ακριβώς βρίσκονται τα όρια του σώματός σου. Αρκετές φορές έχασα ζωή νιώθοντας ότι δεν είχα ακουμπήσει τα καρφιά, απλώς και μόνο επειδή το αόρατο κουτί σύγκρουσης δεν ταυτιζόταν με τα καινούργια γραφικά.

Παράλληλα, πρέπει να μιλήσουμε ανοιχτά για το ζήτημα των όπλων. Στην πορεία του παιχνιδιού, ο Tiki μπορεί να βρει διάφορες αναβαθμίσεις που αντικαθιστούν το βασικό του τόξο, όπως βόμβες, λέιζερ ή φλεγόμενα βέλη. Ενώ η ποικιλία είναι θεωρητικά καλοδεχούμενη, στην πράξη η ισορροπία είναι εντελώς εκτός τόπου και χρόνου. Το βασικό τόξο παραμένει μακράν το πιο αξιόπιστο εργαλείο (άντε και το λέιζερ). Κάποια από τα νέα όπλα είναι τόσο δυσκίνητα ή έχουν τόσο περίεργη τροχιά, που η τυχαία συλλογή τους δεν λειτουργεί ως επιβράβευση, αλλά ως άμεση καταδίκη. Πιάσαμε αρκετές φορές τους εαυτούς μας να αποφεύγουν επίτηδες συγκεκριμένα power-ups, καθώς ξέραμε ότι αν τα πάρουμε, ουσιαστικά υπογράφουμε την καταδίκη μας στις στενές πλατφόρμες της πίστας. Η απουσία της δυνατότητας να απορρίψεις ένα όπλο και να επιστρέψεις στο βασικό σου τόξο κάνει αυτό το πρόβλημα ακόμα πιο εκνευριστικό.

Από την άλλη πλευρά, ο σχεδιασμός των επιπέδων έχει διατηρήσει την πολυεπίπεδη, λαβυρινθώδη δομή του, η οποία παραμένει έξυπνη και απαιτεί σκέψη και προγραμματισμό, όχι μόνο γρήγορα αντανακλαστικά. Οι πίστες δεν είναι απλές ευθείες, αλλά χώροι όπου πρέπει να ψάξεις για διακόπτες, κρυφά περάσματα και τη σωστή διαδρομή. Οι αρχηγοί κάθε κόσμου, όπως ο θηριώδης Walrus, έχουν αναβαθμιστεί οπτικά και οι επιθέσεις τους διαβάζονται πλέον πολύ πιο εύκολα, κάνοντας τις αναμετρήσεις μαζί τους διασκεδαστικές αντί για σκέτα πανηγύρια εκνευρισμού, όπως συνέβαινε συχνά στα ηλεκτρονικά για να καταπίνουν τα κέρματά μας γρηγορότερα.

Στον ηχητικό τομέα, το παιχνίδι τα καταφέρνει περίφημα στο να ξυπνήσει μνήμες χωρίς να γίνεται κουραστικό. Οι χαρακτηριστικές, χαρούμενες μελωδίες έχουν ενορχηστρωθεί ξανά με σεβασμό, κρατώντας τον ανεβαστικό ρυθμό τους που έρχεται σε κωμική αντίθεση με τον συνεχή κίνδυνο θανάτου στην οθόνη. Εδώ, αντίθετα με τα γραφικά, η μοντέρνα προσέγγιση λειτούργησε ευεργετικά, καθώς ο καθαρός ήχος δεν σου τρυπάει τα αυτιά, ενώ τα ηχητικά εφέ του άλματος και της βολής παραμένουν κλασικά και άμεσα αναγνωρίσιμα.

Συνοψίζοντας, το The NewZealand Story: Untold Adventure είναι ένα παιχνίδι που πετυχαίνει τον βασικό του στόχο, αλλά με αρκετούς αστερίσκους. Δεν πρόκειται για την τέλεια αναβίωση που δεν επιδέχεται καμία κριτική. Η έλλειψη παραδοσιακών γραφικών, η ελαφρώς πειραγμένη φυσική και η ανισορροπία στα όπλα είναι θέματα που δεν μπορούν να αγνοηθούν από κάποιον που έχει επενδύσει χρόνο στο αυθεντικό. Παρόλα αυτά, η απόφαση των δημιουργών να ρίξουν κατακόρυφα τον δείκτη δυσκολίας και να ενσωματώσουν σύγχρονες διευκολύνσεις, ήταν μια κίνηση ματ για το σημερινό κοινό.

Προσωπικά, πήρα ακριβώς αυτό που χρειαζόμουν. Κατάφερα επιτέλους, μετά από δεκαετίες, να σβήσω εκείνο το επίμονο απωθημένο των παιδικών μου χρόνων και να δω το τέλος στην οθόνη μου. Και το πιο σημαντικό απ' όλα; Το έκανα γελώντας και παίζοντας παρέα με τον γιο μου σε ένα ανέμελο τριήμερο, δημιουργώντας μια νέα, δική μας κοινή ανάμνηση. Και νομίζω πως, παρά τις όποιες αστοχίες του, αυτό ακριβώς το στοιχείο είναι που κάνει την επιστροφή του Tiki να αξίζει πραγματικά τον χρόνο σου.

Loading