Marvel Tōkon: Fighting Souls PS5 Review - Υπερηρωικό ξύλο, υπέροχη αισθητική, αλλά και αστοχίες

Add as preferred source on Google

Όταν πρωτοανακοινώθηκε πως η Arc System Works αναλαμβάνει τα ηνία ενός καθαρόαιμου Marvel fighting game υπό την αιγίδα της Sony, το μυαλό των περισσότερων από εμάς πήγε κατευθείαν στην αισθητική υπερπαραγωγή του Guilty Gear Strive και στις ξέφρενες ταχύτητες του Dragon Ball Fighter Z. Η αλήθεια είναι πως το κενό που άφησε πίσω της η σκηνή των tag-team brawlers με ήρωες κόμικς ήταν μεγάλο εδώ και χρόνια. 

Προτού ξεκινήσω το παιχνίδι για τις ανάγκες αυτού του review, ήμουν λιγάκι επιφυλακτικός, κυρίως επειδή ο συνδυασμός δυτικών υπερηρώων και ιαπωνικής fighting φιλοσοφίας κρύβει παγίδες. Μετά από αρκετές ώρες ανάμεσα σε combos, online λόμπι, ιστορίες και αμέτρητα assists, μπορώ να πω ότι το Marvel Tōkon: Fighting Souls προσφέρει μια εκρηκτική εμπειρία, χωρίς ωστόσο να λείπουν τα στραβοπατήματα που του στερούν την απόλυτη κορυφή.

Η οπτική πανδαισία και το ηλεκτρισμένο soundtrack

Το πρώτο πράγμα που εντυπωσιάζει είναι χωρίς αμφιβολία ο οπτικός τομέας. Η Arc System Works πήρε το πασίγνωστο cel-shaded τρικ της, όπου τα τρισδιάστατα μοντέλα συμπεριφέρονται και φωτίζονται σαν χειροποίητο παραδοσιακό animation, και το εφάρμοσε πάνω στους χαρακτήρες της Marvel με τρόπο που πραγματικά σε καθηλώνει. Ο Spider-Man κινείται με μια πρωτόγνωρη ελαστικότητα, οι σπίθες από τις πανοπλίες του Iron Man φωτίζουν το πεδίο, ενώ η κάπα του Doctor Doom ανεμίζει με μια σχεδόν θεατρική επιβλητικότητα. Οι εκφράσεις των προσώπων, τα dynamic camera angles κατά τη διάρκεια των super moves και τα ομαλότατα transitions ανάμεσα στις φάσεις των πιστών δίνουν την αίσθηση ότι ξεφυλλίζεις ένα μοντέρνο κόμικ που ξαφνικά ζωντάνεψε με ρυθμό εκατό καρέ το δευτερόλεπτο.

Στο PlayStation 5 η μηχανή γραφικών τρέχει κλειδωμένη στα 60 καρέ το δευτερόλεπτο χωρίς ίχνος πτώσης, κάτι που αποτελεί θεμελιώδη απαίτηση για ένα παιχνίδι τέτοιας ακρίβειας. Οι πίστες σφύζουν από ζωή και λεπτομέρεια, είτε πρόκειται για τα νέον φώτα και τις σκοτεινές γωνιές του Hell's Kitchen τη νύχτα, είτε για το επιβλητικό παλάτι της Wakanda, είτε για το χαοτικό κεφάλι του Celestial στο Knowhere. Το οπτικό αυτό πανηγύρι συμπληρώνεται από ένα soundtrack που ξεχειλίζει ενέργεια. Βαριές κιθάρες, ιαπωνικό heavy metal και ορχηστρικές κορυφώσεις δένουν άψογα με το χάος της οθόνης, με κομμάτια όπως το βασικό θέμα να σου καρφώνονται στο μυαλό για μέρες μετά το κλείσιμο της κονσόλας. Το sound design είναι εξίσου στιβαρό, καθώς κάθε γροθιά, ενεργειακή ριπή ή κόψιμο από νύχια adamantium ακούγεται βαρύ και ικανοποιητικό στα ηχεία.

Το σύστημα μάχης 4v4 και η ισορροπία προσβασιμότητας

Στον πυρήνα του gameplay, το παιχνίδι δοκιμάζει κάτι αρκετά ασυνήθιστο, επιλέγοντας δομή τεσσάρων εναντίον τεσσάρων. Στην πράξη, δεν ελέγχεις τέσσερις μαχητές ταυτόχρονα στην αρένα, αλλά έναν βασικό χαρακτήρα, έχοντας τη δυνατότητα να καλείς τους υπόλοιπους τρεις για assists, επεκτάσεις combos, σωτήριες άμυνες ή πλήρη αλλαγή θέσης. Το ευφυές στοιχείο εδώ είναι πως η ομάδα μοιράζεται μία και μοναδική μπάρα ενέργειας. Αυτή η επιλογή αφαιρεί τη βαρετή ανάγκη να εξοντώσεις διαδοχικά τέσσερις ξεχωριστές γραμμές ζωής, κρατώντας τη διάρκεια των αναμετρήσεων σφιχτή, γρήγορη και εξαιρετικά έντονη.

Ο χειρισμός ισορροπεί με μαεστρία ανάμεσα στον casual παίκτη και τον βετεράνο των fighting games. Υπάρχουν διαθέσιμα auto-combos πατώντας ρυθμικά ένα κουμπί, κάτι που επιτρέπει σε οποιονδήποτε φίλο έρθει στο σπίτι να κάνει εντυπωσιακά πράγματα στην οθόνη χωρίς να αποθαρρυνθεί. Ωστόσο, η πραγματική ομορφιά του τίτλου αποκαλύπτεται όταν απενεργοποιήσεις τις αυτόματες ευκολίες και αρχίσεις να πειραματίζεσαι με τα ακυρώματα κινήσεων, τις συνεργασίες των assists και τη διαχείριση της μπάρας ενέργειας. Το βάθος είναι τεράστιο, καθώς ο σωστός συγχρονισμός ενός assist μπορεί να μετατρέψει μια απλή γροθιά σε ένα τιμωρητικό combo μισής μπάρας ή να σε γλιτώσει από ένα ανηλεές στρίμωγμα στη γωνία.

Δεν είναι όμως όλα ρόδινα στον τομέα του combat balance. Ήδη από τις πρώτες εβδομάδες είναι φανερό πως ορισμένοι χαρακτήρες έχουν δυσανάλογα ισχυρά assists που καλύπτουν τεράστιο μέρος της οθόνης για υπερβολικά πολύ χρόνο. Υπάρχουν στιγμές όπου η οπτική πληροφορία γίνεται τόσο υπερβολική από εκρήξεις, λέιζερ και βοηθητικούς χαρακτήρες που μπαινοβγαίνουν, με αποτέλεσμα να χάνεις τον έλεγχο του χαρακτήρα σου μέσα στο οπτικό κομφούζιο. Επιπλέον, το tracking ορισμένων επιθέσεων μοιάζει υπερβολικά επιεικές, επιβραβεύοντας καμιά φορά το απρόσεκτο πάτημα κουμπιών έναντι του υπολογισμένου διαβάσματος του αντιπάλου.

Το ρόστερ των 20 χαρακτήρων και η αριθμητική αντίφαση

Το βασικό ρόστερ περιλαμβάνει είκοσι χαρακτήρες χωρισμένους θεματικά σε πέντε ομάδες των τεσσάρων. Από πλευράς ποικιλίας και σχεδιασμού, η επιλογή των ηρώων είναι αναμφίβολα τολμηρή και ευχάριστη. Δίπλα στα αναμενόμενα βαριά ονόματα όπως ο Spider-Man, ο Captain America, ο Iron Man και ο Wolverine, συναντάμε εξαιρετικά ενδιαφέρουσες προσθήκες που δεν είχαμε ξαναδεί σε τέτοιου είδους παιχνίδια, όπως η Peni Parker με το μηχανικό της κοστούμι, η Magik με τα τηλεμεταφερόμενα σπαθιά της, η Danger και η Kamala Khan. Κάθε χαρακτήρας έχει απολύτως διακριτό στυλ παιχνιδιού, δικό του ρυθμό κίνησης και μοναδικούς μηχανισμούς, αποδεικνύοντας τη φροντίδα που έδειξαν οι developers στο να μην υπάρχουν κλώνοι.

Εδώ όμως αναδύεται ένα σημαντικό μειονέκτημα που συνδέεται άμεσα με τη 4v4 φύση του παιχνιδιού. Όταν κάθε παίκτης υποχρεούται να επιλέξει τέσσερις μαχητές για την ομάδα του, αυτό σημαίνει ότι σε κάθε μεμονωμένο ματς συμμετέχουν οκτώ χαρακτήρες. Με ένα συνολικό ρόστερ είκοσι μόλις ηρώων στο λανσάρισμα, οι πιθανότητες να βλέπεις ξανά και ξανά τους ίδιους και τους ίδιους μαχητές είναι σχεδόν απόλυτες. Μέσα σε λίγες ώρες παιχνιδιού, τα mirror matches και οι πανομοιότυπες συνθέσεις ομάδων αρχίζουν να κουράζουν, κάνοντας την έλλειψη μεγαλύτερου αριθμού χαρακτήρων να μοιάζει κραυγαλέα.

Η πικρία γίνεται ακόμα πιο έντονη όταν συνειδητοποιείς πως σημαντικοί ήρωες και κακοί απουσιάζουν εντελώς από το αρχικό πακέτο, περιμένοντας να προστεθούν σταδιακά μέσω επί πληρωμή DLC passes. Σε ένα fighting game που απαιτεί τέσσερις επιλογές ανά παίκτη, το ρόστερ των είκοσι χαρακτήρων απλώς δεν είναι αρκετό για να στηρίξει μακροπρόθεσμα τη στρατηγική ποικιλία που υπόσχεται ο τίτλος, αφήνοντας την αίσθηση ότι ένα μέρος του περιεχομένου κρατήθηκε σκόπιμα πίσω για μετέπειτα εμπορική εκμετάλλευση.

Το Episode Mode και η ανισορροπία της αφήγησης

Για όσους προτιμούν το single player περιεχόμενο, το βασικό campaign έρχεται με τη μορφή του Episode Mode, το οποίο χωρίζεται σε πέντε ξεχωριστές ιστορίες, μία για κάθε τετράδα ηρώων. Το σενάριο φέρει την υπογραφή του καταξιωμένου συγγραφέα κόμικς Kieron Gillen, και αυτό φαίνεται στον τρόπο που αποδίδονται οι διάλογοι, το έξυπνο χιούμορ και οι αλληλεπιδράσεις μεταξύ των χαρακτήρων. Οι στατικές και ημι-κινούμενες εικόνες τύπου motion comic είναι πανέμορφες, με εξαιρετικό voice acting σε όλες τις βασικές γλώσσες, στήνοντας ένα τουρνουά κοσμικών διαστάσεων ενάντια στον Promoter και τον Champion.

Το μεγάλο πρόβλημα όμως εντοπίζεται στον ρυθμό και στη δομή αυτού του mode. Η αναλογία ανάμεσα στην παρακολούθηση της ιστορίας και στο πραγματικό gameplay είναι εντελώς ανορθόδοξη. Πολλές φορές πιάνεις τον εαυτό σου να παρακολουθεί ατελείωτες σειρές διαλόγων και κόμικ καρέ για αρκετά συνεχόμενα λεπτά, μόνο και μόνο για να παίξεις μια μονομαχία που διαρκεί λιγότερο από εξήντα δευτερόλεπτα, προτού επιστρέψεις ξανά στην παθητική θέαση. Αυτή η διακοπτόμενη ροή αφαιρεί τη διάθεση για δράση και μετατρέπει ένα υποτίθεται εκρηκτικό story mode σε μια αργόσυρτη visual novel εμπειρία, η οποία κουράζει γρήγορα όποιον κάθεται στον καναπέ με την επιθυμία να παίξει ξύλο.

Παράλληλα, η τεχνητή νοημοσύνη των αντιπάλων στο story mode κυμαίνεται από υπερβολικά παθητική στα χαμηλότερα επίπεδα μέχρι εκνευριστικά προβλέψιμη στα bosses. Οι τελικές μάχες συχνά καταφεύγουν σε φθηνά τρικ, όπως υπερβολικό armor και μηχανισμούς που αγνοούν τους βασικούς κανόνες του παιχνιδιού, αντί να προσφέρουν μια ουσιαστική δοκιμασία ικανοτήτων. Έτσι, το Episode Mode καταλήγει να είναι κάτι που θα ολοκληρώσεις μια φορά για να ξεκλειδώσεις τους επιπλέον χρωματισμούς και τον μυστικό χαρακτήρα, χωρίς να έχεις κανέναν απολύτως λόγο να επιστρέψεις σε αυτό.

Online περιβάλλον, λόμπι και η εμπειρία του DualSense στο PS5

Στο κομμάτι του multiplayer, τα νέα είναι σε μεγάλο βαθμό θετικά, τουλάχιστον εκεί που μετράει περισσότερο. Η Arc System Works εφάρμοσε υποδειγματικό rollback netcode, με αποτέλεσμα οι online αγώνες να τρέχουν χωρίς καθυστερήσεις στην απόκριση των εντολών ή ενοχλητικά κολλήματα, ακόμα και όταν παίζεις με αντιπάλους από άλλες ηπείρους. Η σταθερότητα της σύνδεσης στο PS5 είναι εξαιρετική και η εύρεση αγώνων μέσω matchmaking γίνεται ταχύτατα, επιτρέποντας στον παίκτη να επικεντρωθεί στη βελτίωση των ικανοτήτων του, αρκεί φυσικά να διαθέτει γρήγορη και σταθερή σύνδεση στο internet.

Εκεί που το πράγμα χωλαίνει είναι ο σχεδιασμός του κεντρικού 3D διαδικτυακού λόμπι. Αντί για ένα απλό, λειτουργικό και γρήγορο μενού επιλογών, το παιχνίδι σε αναγκάζει να κινείς ένα μικροσκοπικό avatar σε έναν υπερβολικά μεγάλο εικονικό χώρο, προσπαθώντας να βρεις σταθμούς μάχης ή να συμμετάσχεις σε ανούσιες δραστηριότητες, όπως το να ρίχνεις σουτάκια σε μπασκέτες ή να προσπαθείς να σηκώσεις το σφυρί του Thor. Αν και στην αρχή αυτά τα διαδραστικά στοιχεία μοιάζουν χαριτωμένα, πολύ γρήγορα καταντούν περιττός κόπος που καθυστερεί την άμεση είσοδο στους αγώνες.

Όσον αφορά τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του PlayStation 5, η αξιοποίηση του DualSense αξίζει εύσημα. Η απτική ανάδραση προσφέρει ξεχωριστή αίσθηση για διαφορετικά είδη χτυπημάτων, επιτρέποντάς σου να νιώθεις στα χέρια σου το βουητό των ρεπουλσόρων του Iron Man ή το βαρύ πάτημα του SP//dr ρομπότ της Peni Parker. Οι προσαρμοστικές σκανδάλες χρησιμοποιούνται διακριτικά κατά την κλήση των assists χωρίς να κουράζουν τα δάχτυλα, ενώ οι χρόνοι φόρτωσης χάρη στον SSD της κονσόλας είναι πρακτικά ανύπαρκτοι, αφού από τη στιγμή που επιλέγεις πίστα μέχρι να ακουστεί το πρώτο καμπανάκι του γύρου μεσολαβούν ελάχιστα δευτερόλεπτα.

Συμπέρασμα

Κοιτάζοντας τη συνολική εικόνα, το Marvel Tōkon: Fighting Souls πετυχαίνει τον βασικό του στόχο, που δεν είναι άλλος από το να προσφέρει εθιστικό, πανέμορφο και τεχνικά άρτιο ξύλο. Η συνεργασία της Arc System Works με το σύμπαν των κόμικς αποδεικνύει ότι υπάρχει πρόσφορο έδαφος για τέτοιου είδους παραγωγές, όταν υπάρχει σεβασμός στο πρωτογενές υλικό και βαθιά γνώση του είδους. Το gameplay είναι ταχύτατο, οι συνδυασμοί των τετράδων προσφέρουν τεράστιο πεδίο πειραματισμού και η online υποδομή εγγυάται απροβλημάτιστες αναμετρήσεις.

Από την άλλη πλευρά, η απόφαση για ένα περιορισμένο ρόστερ είκοσι μαχητών σε ένα παιχνίδι που απαιτεί τέσσερις επιλογές ανά παίκτη πληγώνει την ποικιλία των αγώνων, κάνοντας την επανάληψη αναπόφευκτη πολύ νωρίτερα από ό,τι θα έπρεπε. Σε συνδυασμό με το προβληματικό pacing του Episode Mode και τα αχρείαστα φλύαρα online λόμπι, γίνεται σαφές ότι ο τίτλος χρειάζεται μελλοντικές προσθήκες περιεχομένου και διορθωτικές ρυθμίσεις για να ξεδιπλώσει πλήρως τις δυνατότητές του. 

Για τους λάτρεις των fighting games και τους φίλους των κόμικς που ψάχνουν έναν εντυπωσιακό τίτλο για να λιώσουν με την παρέα τους στον καναπέ ή στο ranked, το παιχνίδι αξίζει αναμφίβολα τον χρόνο τους, αρκεί να γνωρίζουν εξαρχής ότι η πλήρης εμπειρία θα ολοκληρωθεί σταδιακά στους επόμενους μήνες.

Loading